ΣΧΕΔΙΟ ΝΕΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ

Περιεχόμενα

 

ΝΕΟ ΑΡΘΡΟ

ΝΕΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

ΣΕΛΙΔΑ

1

Γενικές διατάξεις

1

 

ΜΕΡΟΣ 1Ο – ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

ΝΕΟ ΑΡΘΡΟ

ΝΕΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

ΣΕΛΙΔΑ

2

Γενικοί όροι των συναλλαγών – Καταχρηστικοί γενικοί όροι

1

3

Συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος

5

4

Εμπορία από απόσταση αγαθών και υπηρεσιών

6

5

Εμπορία από απόσταση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών

11

6

Πώληση καταναλωτικών αγαθών και εγγυήσεις

20

7

Ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα

21

8

Υγεία και ασφάλεια των καταναλωτών

23

9

Ψυχική υγεία των ανηλίκων

25

10

Ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες

27

11

Συμβάσεις με μονάδες αδυνατίσματος και επιχειρήσεις γυμναστηρίων

28

12

Διαφήμιση

29

13

Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές

30

14

Παραπλανητικές πράξεις

31

15

Παραπλανητικές παραλείψεις

32

16

 

33

17

Επιθετικές Εμπορικές Πολιτικές

35

18

 

36

19

 

36

 

ΜΕΡΟΣ 2Ο – ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΝΕΟ ΑΡΘΡΟ

ΝΕΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

ΣΕΛΙΔΑ

20

Ενώσεις καταναλωτών – Συλλογικά μέσα προστασίας

37

21

Φιλικός διακανονισμός καταναλωτικών διαφορών

43

22

Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή

45

23

Ινστιτούτο Μελετών Αγοράς και Καταναλωτή (Ι.Μ.Α.Κ.)

47

24

Εκπροσώπηση καταναλωτών

48

25

Κυρώσεις

49

26

Μεταβατικές διατάξεις

49

27

 

51

 

 

 

 

Άρθρο 1 - Γενικές διατάξεις

1. Ο σεβασμός και η προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των καταναλωτών αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Για την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών.

2. Η Πολιτεία μεριμνά ιδίως για:

α) την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών,

β) τα οικονομικά τους συμφέροντα,

γ) την οργάνωση τους σε ενώσεις καταναλωτών,

δ) το δικαίωμα ακρόασής τους σε θέματα που τους αφορούν

ε) την πληροφόρηση και την επιμόρφωσή τους σε θέματα αγοράς, ανταγωνισμού και καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένης της βιώσιμης κατανάλωσης.

3. Οι διατάξεις του παρόντος ισχύουν τόσο στον ιδιωτικό τομέα όσο και για τις επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής του δημοσίου τομέα και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

4.  Επιφυλασσομένων των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και  κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος. Καταναλωτής είναι επίσης κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον ο εγγυητής δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του.

 

5. Επιφυλασσομένων των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου, προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής του δραστηριότητας, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή. Προμηθευτής είναι και ο διαφημιζόμενος.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Άρθρο 2 - Γενικοί όροι των συναλλαγών - Καταχρηστικοί γενικοί όροι

1. Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, τους αγνοούσε ανυπαιτίως, ιδίως όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή όροι που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Θεωρείται ότι ο όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενο του. Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιου όρου ή για ένα μεμονωμένο όρο υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση δεν αποκλείει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στο υπόλοιπο της σύμβασης, εάν από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι πρόκειται για σύμβαση προσχώρησης. Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση φέρει ο προμηθευτής. 

 

2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπομένων συμφωνιών, που καταρτίζονται στην Ελλάδα, διατυπώνονται στην ελληνική γλώσσα. Εξαιρούνται οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών.

 

3. Οι γενικοί όροι συναλλαγών διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί το νόημά τους. Οι έντυποι όροι εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης.

 

4.  Όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλομένων (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή. Το γεγονός ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιου όρου ή για έναν μεμονωμένο όρο υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση δεν αποκλείει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στο υπόλοιπο της σύμβασης, εάν από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι πρόκειται για σύμβαση προσχώρησης. Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση φέρει ο προμηθευτής

5. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή.

 Ειδικώς, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο του γενικού όρου συναλλαγών στο πλαίσιο των διαδικασιών της παρ. 14 του άρθρου 20 (συλλογική δικαστική προστασία) και της παρ. 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου προτιμάται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου.

6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την  διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

7. Σε κάθε περίπτωση, καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που:

 

α) παρέχουν στον προμηθευτή, χωρίς εύλογη αιτία υπερβολικά μεγάλη προθεσμία αποδοχής του πρότασης του καταναλωτή για σύναψη σύμβασης,

β) περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών,

γ) προβλέπουν προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντομη για τον καταναλωτή ή υπερβολικά μακρά για τον προμηθευτή,

δ) συνεπάγονται την παράταση ή ανανέωση της σύμβασης για χρονικό διάστημα υπερβολικά μακρό, αν ο καταναλωτής δεν την καταγγείλει σε ορισμένο χρόνο,

ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο,

στ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία,

ζ) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση,

 

η) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του,

θ) ορίζουν ότι η παροχή δεν είναι υποχρεωτικό να ανταποκρίνεται στις ουσιώδεις, για τον καταναλωτή, προδιαγραφές, στο δείγμα, στις ανάγκες της ειδικής χρήσης, για την οποία την προορίζει ο καταναλωτής και την οποία αποδέχεται ο προμηθευτής ή στο συνηθισμένο προορισμό της,

ι) επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο,

ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή,

ιβ) περιορίζουν την ευθύνη του προμηθευτή για κρυμμένα ελαττώματα του πράγματος,

ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή,

ιδ) προβλέπουν τη μετακύληση της ευθύνης του πωλητή ή του εισαγωγέα αποκλειστικά στον παραγωγό του αγαθού ή σε άλλον,

ιε) περιορίζουν την υποχρέωση του προμηθευτή να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι εντολοδόχοι του ή εξαρτούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από την τήρηση ειδικής τυπικής διαδικασίας,

ιστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμη εκτελεσθεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος,

ιζ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματα του σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής του προμηθευτή, ακόμη και αν τον προμηθευτή βαρύνει πταίσμα,

ιη) εμποδίζουν τον καταναλωτή να υπαναχωρήσει (από τη σύμβαση), όταν η αύξηση του τιμήματος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης είναι υπερβολική για αυτόν,

ιθ) αποκλείουν ή περιορίζουν τη νόμιμη ευχέρεια του καταναλωτή να μην εκτελέσει τη σύμβαση,

κ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να επισχέσει εν όλω ή εν μέρει την καταβολή του τιμήματος, όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του,

κα) επιβάλλουν στον καταναλωτή που πιστώθηκε με το τίμημα των αγαθών ή υπηρεσιών να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή,

κβ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τις ενστάσεις του κατά τρίτου που διαδέχεται τον προμηθευτή στη σχέση με τον καταναλωτή,

κγ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να προτείνει σε συμψηφισμό προς υποχρεώσεις του από τη σύμβαση ομοειδείς απαιτήσεις του κατά του προμηθευτή,

κδ) βεβαιώνουν ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ορισμένους όρους της σύμβασης ή την κατάσταση των προμηθευόμενων πραγμάτων ή την ποιότητα των υπηρεσιών, ενώ πραγματικά τα αγνοεί,

κε) υποχρεώνουν τον καταναλωτή να προκαταβάλει υπερβολικά μεγάλο μέρος του τιμήματος πριν αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης από τον προμηθευτή, μολονότι ο προμηθευτής δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει παραγγελία του καταναλωτή με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά ούτε η παροχή του προμηθευτή συνίσταται σε υπηρεσίες με κράτηση,

κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις,

κζ) αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα ή προβλέπουν ορισμένα αποδεικτικά μέσα ή αποκλείουν το δικαίωμα ανταπόδειξης.

κη) περιορίζουν υπέρμετρα την προθεσμία, μέσα στην οποία ο καταναλωτής οφείλει να υποβάλει στον προμηθευτή τα παράπονα ή να εγείρει τις αξιώσεις του κατά του προμηθευτή,

κθ) αναθέτουν στον προμηθευτή χωρίς σπουδαίο λόγο την αποκλειστικότητα της συντήρησης και των επισκευών του πράγματος και της προμήθειας των ανταλλακτικών,

λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση ή

λα) αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας.

λβ) προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς να υποχρεούται ο τελευταίος να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη.

λγ) περιλαμβάνουν όρους που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.

8. Ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.

 

Άρθρο 3 - Συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος

 

1. Συμβάσεις παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, που καταρτίζονται με πρωτοβουλία του προμηθευτή χωρίς ρητή πρόσκληση από τον καταναλωτή ή με επίσκεψη του προμηθευτή στον τόπο κατοικίας, διαμονής ή εργασίας του καταναλωτή ή σε χώρο επιλογής του προμηθευτή έξω από το εμπορικό κατάστημά του, είναι άκυρες υπέρ του καταναλωτή, αν δεν καταρτισθούν με έγγραφο στο οποίο να αναφέρονται:

α) το όνομα ή η επωνυμία και η πλήρης διεύθυνση του προμηθευτή και αυτού που συμβάλλεται στο όνομα και για λογαριασμό του προμηθευτή. Η μνεία αριθμού ταχυδρομικής θυρίδας δεν αρκεί,

β) η χρονολογία και η πλήρης διεύθυνση του τόπου κατάρτισης της σύμβασης,

γ) η περιγραφή της φύσης και των χαρακτηριστικών των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών,

δ) οι όροι εκτέλεσης της σύμβασης και ιδίως ο τρόπος και ο χρόνος παράδοσης των εμπορευμάτων ή παροχής των υπηρεσιών,

ε) η ολική επιβάρυνση του καταναλωτή και οι όροι πληρωμής και ιδίως, σε περίπτωση πίστωσης του τιμήματος ή πληρωμής με δόσεις, το πραγματικό επιτόκιο και το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο επιτοκίου και

στ) το κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου δικαίωμα υπαναχώρησης και, σε χωριστό έντυπο, υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης του καταναλωτή από τη σύμβαση.

2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και όταν η σύμβαση καταρτίστηκε έπειτα από ρητή πρόσκληση του προμηθευτή από τον καταναλωτή, έχει όμως αντικείμενο αγαθά ή υπηρεσίες άλλα από εκείνα για τα οποία έγινε η πρόσκληση, εκτός αν ο καταναλωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι και τα άλλα αυτά αγαθά ή υπηρεσίες περιλαμβάνονται στις εμπορικές δραστηριότητες του προμηθευτή ή αν τα άλλα αυτά αγαθά ή οι υπηρεσίες  σχετίζονται άμεσα με τα αγαθά ή υπηρεσίες για τα οποία έγινε η πρόσκληση.

3.Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και όταν ο καταναλωτής έχει υποβάλει προσφορά (πρόταση για κατάρτιση σύμβασης) υπό συνθήκες όμοιες με εκείνες των προηγούμενων παραγράφων, ακόμη και αν δεν δεσμεύεται από την προσφορά του μέχρι την αποδοχή της από τον προμηθευτή.

4. Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή του εγγράφου της σύμβασης ή από την τυχόν μεταγενέστερη παραλαβή του προϊόντος, εκτός αν στη σύμβαση προβλέπεται μακρότερη προθεσμία. Σε περίπτωση που το δικαίωμα υπαναχώρησης  ασκηθεί εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ.2 στοιχ. στ., το οποίο τίθεται στη διάθεση του προμηθευτή και στο οποίο ο προμηθευτής έχει πρόσβαση, αρκεί η αποστολή του εγγράφου (εντύπου ή ηλεκτρονικού) να έχει πραγματοποιηθεί πριν τη λήξη της προθεσμίας από τον καταναλωτή. Παραίτηση από το δικαίωμα αυτό είναι άκυρη.

5. Απαγορεύεται η είσπραξη όλου ή μέρους του τιμήματος, ακόμη και με μορφή αρραβώνα, εγγυοδοσίας, έκδοσης ή αποδοχής αξιόγραφων ή με άλλη μορφή, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου.

6. Ο καταναλωτής δεν έχει υποχρέωση φύλαξης ή επιστροφής του προϊόντος που του έστειλε ο προμηθευτής για δοκιμή ή εξέταση ή ως δείγμα, εκτός αν το ζήτησε ο ίδιος ή αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ή αν έχει αποσταλεί σε λάθος διεύθυνση.

7.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται:

α) Στις πωλήσεις μικροπωλητών χωρίς μόνιμη εγκατάσταση.

β) Στις συμβάσεις για την κατασκευή, πώληση ή μίσθωση ακινήτων και στις συμβάσεις που αφορούν άλλα δικαιώματα σχετικά με ακίνητα. Εν τούτοις οι συμβάσεις προμήθειας αγαθών για την ενσωμάτωση τους σε ακίνητα ή οι συμβάσεις για την επισκευή ακινήτων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

γ) Στις συμβάσεις για την προμήθεια τροφίμων, ποτών ή άλλων αγαθών, που προορίζονται για την τρέχουσα οικιακή κατανάλωση και τα οποία παραδίδουν κατ' οίκον διανομείς σε τακτά ή συχνά διαστήματα

δ) Στις συμβάσεις για την προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

i σύμβαση συνάπτεται βάσει καταλόγου του προμηθευτή, τον οποίο ο καταναλωτής είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί χωρίς να είναι παρών ο αντιπρόσωπος του προμηθευτή,

ii) προβλέπεται η εξακολούθηση της επαφής ανάμεσα στον αντιπρόσωπο του προμηθευτή και στον καταναλωτή όσον αφορά τη συγκεκριμένη ή άλλη μεταγενέστερη συναλλαγή και

iii) τόσο ο κατάλογος όσο και η σύμβαση πληροφορούν τον καταναλωτή ότι έχει το δικαίωμα να επιστρέψει τα αγαθά στον προμηθευτή μέσα σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των δέκα (10) ημερών από την παραλαβή τους ή να λύσει τη σύμβαση μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, χωρίς να αναλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση, εκτός από μία εύλογη φροντίδα για τα αγαθά αυτά.

8. Το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν εφαρμόζεται σε αγαθά και υπηρεσίες η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της κεφαλαιαγοράς κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 6 στοιχ. β.

Άρθρο 4 - Εμπορία από απόσταση αγαθών και υπηρεσιών

1.       Σύμβαση από απόσταση είναι κάθε σύμβαση που αφορά αγαθό ή υπηρεσία και συνάπτεται στο πλαίσιο ενός συστήματος προμήθειας αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από απόσταση, που οργανώνεται από τον προμηθευτή χωρίς ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, αποκλειστικώς με τη χρησιμοποίηση τεχνικής επικοινωνίας από απόσταση για τη διαβίβαση της πρότασης για σύναψη της σύμβασης και της αποδοχής. Μέσα τεχνικής επικοινωνίας από απόσταση, με την έννοια του άρθρου αυτού, είναι ιδίως τα έντυπα χωρίς παραλήπτη, τα έντυπα με παραλήπτη, οι τυποποιημένες επιστολές, τα διαφημιστικά έντυπα με στέλεχος παραγγελίας, οι κατάλογοι, το τηλέφωνο με ή χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, το ραδιόφωνο, το εικονοτηλέφωνο, το βιντεοτέξτ (μικροϋπολογιστής και τηλεοπτική οθόνη) με πληκτρολόγιο ή οθόνη αμφίδρομης επικοινωνίας, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, η τηλεομοιοτυπία και η τηλεόραση.

2.Σύμβαση από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή, αν πριν από τη σύναψη της σύμβασης ο καταναλωτής δεν ενημερώθηκε με τα μέσα της χρησιμοποιούμενης τεχνικής επικοινωνίας κατά τρόπο ευκρινή, σαφή και κατανοητό, τηρουμένων των αρχών της καλής πίστης κατά τις εμπορικές συναλλαγές, για τα ακόλουθα ιδίως στοιχεία, καθώς και για κάθε μεταβολή αυτών:

α) τη ταυτότητα και τη διεύθυνση του προμηθευτή,

β) τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του αγαθού ή της υπηρεσίας,

γ) την τιμή, την ποσότητα και τις δαπάνες μεταφοράς, καθώς και το φόρο προστιθέμενης αξίας, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στην τιμή,

δ) τον τρόπο πληρωμής, παράδοσης και εκτέλεσης,

ε) τη διάρκεια ισχύος της προσφοράς ή της τιμής,

στ) το δικαίωμα υπαναχώρησης,

ζ) το κόστος χρησιμοποίησης του μέσου επικοινωνίας από απόσταση, όταν υπολογίζεται με βάση άλλη εκτός των βασικών τιμολογίων, με την επιφύλαξη της παρ. 3 του παρόντος άρθρου και

η) ελάχιστη διάρκεια ισχύος της σύμβασης στην περίπτωση συμβάσεων για την προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών ποu επιτελείται διαρκώς ή περιοδικώς.

Στην περίπτωση τηλεφωνικών επικοινωνιών, η ταυτότητα του προμηθευτή και ο εμπορικός σκοπός της κλήσης πρέπει να διευκρινίζονται σαφώς στην αρχή οποιασδήποτε συζήτησης με τον καταναλωτή.

 

3.       Ο καταναλωτής δεν επιβαρύνεται με τις δαπάνες της επικοινωνίας από απόσταση για τη διαβίβαση της αποδοχής ή για την εκτέλεση της υπηρεσίας, εκτός αν αυτό αναφέρεται σαφώς στην πρόταση για σύναψη σύμβασης.

4. α) Απαγορεύεται να παρέχονται στον καταναλωτή αγαθά ή υπηρεσίες χωρίς προηγούμενη παραγγελία εκ μέρους του, όταν αυτός καλείται να τα αποκτήσει έναντι άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής ή να τα επιστρέψει, έστω και  χωρίς να καταβάλει τις δαπάνες αποστολής. Αν η παροχή μη παραγγελθέντων αγαθών ή υπηρεσιών πραγματοποιηθεί, ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να διαθέσει το αγαθό ή την υπηρεσία κατά την κρίση του, χωρίς να οφείλει οποιαδήποτε καταβολή, ενώ απαλλάσσεται και από την υποχρέωση φύλαξης των αγαθών. Στην περίπτωση παροχής αγαθών ή υπηρεσιών που δεν παραγγέλθηκαν, η έλλειψη απάντησης του καταναλωτή δεν συνιστά συναίνεση εκ μέρους του.

β) Απαγορεύεται η αποστολή και χρέωση μη παραγγελθέντων αγαθών ή υπηρεσιών και η εκ των υστέρων μη επιβεβαίωση της παραγγελίας από τον καταναλωτή.

5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται όταν ο προμηθευτής αδυνατεί να παραδώσει το αγαθό ή να παράσχει την υπηρεσία που του παραγγέλθηκε, προμηθεύει όμως σύμφωνα με σχετική συμβατική ρύθμιση ισοδύναμο αγαθό ή παρέχει ισοδύναμη υπηρεσία της ίδιας ποιότητας και στην ίδια τιμή, γνωστοποιώντας εγγράφως στον καταναλωτή, ότι μπορεί να επιστρέψει το προϊόν ή την υπηρεσία υποκατάστασης, εάν δεν μείνει ικανοποιημένος και ότι τα έξοδα επιστροφής βαρύνουν τον προμηθευτή. Δεν εμπίπτει στις διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου και η αποστολή δειγμάτων ή διαφημιστικών δώρων.

6. Η χρησιμοποίηση των τεχνικών επικοινωνίας πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσβάλλεται η ιδιωτική ζωή του καταναλωτή.

 Ειδικότερα για το θέμα της αυτόκλητης επικοινωνίας ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2774/1999 για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα (ΦΕΚ Α’287/22-12-1999)

7.       Απαγορεύεται η είσπραξη όλου ή μέρους του τιμήματος, ακόμη και με μορφή αρραβώνα, εγγύησης, έκδοσης ή αποδοχής αξιόγραφων ή άλλη μορφή, πριν από την παράδοση του προϊόντος ή την παροχή της υπηρεσίας.

8.Όταν δεν αναφέρεται στη σύμβαση προθεσμία εκτέλεσης, η παροχή οφείλεται το αργότερο τριάντα (30) ημέρες μετά τη διαβίβαση της παραγγελίας από τον καταναλωτή στον προμηθευτή.

Σε περίπτωση παρέλευσης απράκτου της ανωτέρω προθεσμίας ο καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης γι αυτό το λόγο.

9. Η σύμβαση από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή, αν αυτός δεν λάβει σε εύθετο χρόνο, κατά την εκτέλεση της σύμβασης και το αργότερο κατά τη στιγμή της παράδοσης, όσον αφορά τα αγαθά, τα οποία δεν πρόκειται να παραδοθούν σε τρίτους,  εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ.2 στοιχείο στ΄, στο οποίο ο καταναλωτής έχει πρόσβαση, και στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στην πρόταση σύναψης σύμβασης τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)       τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού,

β) την επωνυμία και τη διεύθυνση του πιο προσιτού για τον καταναλωτή καταστήματος του προμηθευτή, όπου ο καταναλωτής μπορεί να απευθύνεται για την επισκευή του προϊόντος.

γ)       τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, περιλαμβανομένων των όρων πίστωσης ή πληρωμής με δόσεις, καθώς και τους όρους εξασφάλισης,

δ) τους όρους και τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης σύμφωνα με την παρ.10 και, σε χωριστό έντυπο ή ηλεκτρονικό έγγραφο, υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης. Όσο διαρκεί η συμβατική σχέση, ο καταναλωτής δικαιούται, κατόπιν αιτήματός του, να λαμβάνει τις πληροφορίες αυτές εγγράφως.

ε)       πληροφορίες σχετικές με την εξυπηρέτηση μετά την πώληση και τις υφιστάμενες εμπορικές εγγυήσεις και

στ)      τους όρους καταγγελίας της σύμβασης, όταν πρόκειται για σύμβαση αόριστου χρόνου ή διάρκειας μεγαλύτερης του ενός έτους.

10. Σε κάθε σύμβαση από απόσταση ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει αναιτιολογήτως μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, αν δεν συμφωνήθηκε μακρότερη προθεσμία, επιστρέφοντας το αγαθό στην αρχική του κατάσταση. Αποκλείεται η επιβάρυνσή του με δαπάνη άλλη από τα έξοδα επιστροφής.

Του ανωτέρω δικαιώματος εξαιρούνται οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο βιβλία και δεδομένα που αποτυπώνονται σε δίσκους ψηφιακής εγγραφής, όταν αποσφραγίζεται η ειδική ταινία ασφαλείας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι προμηθευτές υποχρεούνται να αποστέλλουν δωρεάν μαζί με το παραγγελθέν προϊόν και ένα αντίγραφο επίδειξης (demo).

Για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης η προθεσμία των δέκα (10) ημερών αρχίζει, για τα αγαθά, από την παραλαβή τους, εφόσον ο προμηθευτής τήρησε τις υποχρεώσεις της παρ.9 και, για τις υπηρεσίες από την παραλαβή των εγγράφων ή των άλλων σταθερών μέσων που ενημερώνουν τον καταναλωτή ότι έχει συναφθεί η σύμβαση σύμφωνα με την παρ.9.

Στην περίπτωση που ο προμηθευτής δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 9, η προθεσμία υπαναχώρησης είναι τρίμηνη. Στην περίπτωση προμήθειας αγαθών, εάν εντός της τρίμηνης προθεσμίας που εκκινεί από την παραλαβή του αγαθού από τον καταναλωτή, ο καταναλωτής παραλάβει τα έγγραφα ή τα σταθερά μέσα που τον ενημερώνουν σύμφωνα με την παρ.9 για τη σύναψη της σύμβασης, θεραπεύεται η ακυρότητα της σύμβασης και αρχίζει νέα δεκαήμερη προθεσμία υπαναχώρησης. Σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης από τον καταναλωτή κατά τα ανωτέρω, ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει τα καταβληθέντα από τον καταναλωτή ποσά εντός τριάντα (30) ημερών.

Εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, κοινοποιεί το γεγονός αυτό εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο το οποίο τίθεται στη διάθεση του αποδέκτη και στο οποίο ο αποδέκτης έχει πρόσβαση.

11.     Στις περιπτώσεις που το τίμημα καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από πίστωση η οποία χορηγείται στον καταναλωτή είτε από τον προμηθευτή είτε από τρίτον, δυνάμει συμφωνίας συναπτόμενης μεταξύ του τρίτου και του προμηθευτή, τότε, εφόσον ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου, μπορεί να καταγγελθεί κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και η σύμβαση πίστωσης, χωρίς καταβολή αποζημίωσης.

Σε περίπτωση δόλιας χρήσης της κάρτας πληρωμής του καταναλωτή στο πλαίσιο σύμβασης από απόσταση ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της πληρωμής κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και την επαναπίστωση για τα ποσά που έχουν καταβληθεί ή την επιστροφή των ποσών αυτών.

12. Το βάρος απόδειξης σχετικά με την προηγούμενη ενημέρωση, τη γραπτή επιβεβαίωση ή την επιβεβαίωση με σταθερά μέσα ή την τήρηση των προθεσμιών και τη συγκατάθεση του καταναλωτή βαρύνει τον προμηθευτή. Ρήτρες με τις οποίες ο καταναλωτής παραιτείται από την άσκηση των δικαιωμάτων που αναφέρει το παρόν άρθρο ή ο προμηθευτής απαλλάσσεται των ευθυνών που απορρέουν από το παρόν άρθρο είναι άκυρες. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν με την επιφύλαξη ειδικότερων κοινοτικών διατάξεων ή εναρμονισμένων προς αυτές εθνικών διατάξεων που διέπουν ορισμένους τύπους συμβάσεων από απόσταση ή ορισμένες πλευρές αυτών.

13.     Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται:

α)       στους αυτόματους διανομείς,

β)       στους εμπορικούς χώρους αυτόματης πώλησης,

γ) στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους φορείς των τηλεπικοινωνιών λόγω χρησιμοποιήσεως των δημόσιων τηλεφωνικών θαλάμων.

Οι παράγραφοι 2, 7, 8, 9, 10 και 11 εδ.α΄ δεν εφαρμόζονται  στις συμβάσεις προμήθειας τροφίμων, ποτών ή άλλων αγαθών που προορίζονται για την τρέχουσα οικιακή κατανάλωση και τα οποία παραδίδουν κατ΄ οίκον ή στον τόπο διαμονής ή εργασίας του καταναλωτή διανομείς σε τακτά ή συχνά διαστήματα.

Οι παράγραφοι 2 στοιχείο στ), 7, 8, 9 στοιχείο δ), 10 και 11 εδ.α δεν εφαρμόζονται στις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με κράτηση που έχουν ως αντικείμενο μεταφορές, κατάλυμα, σίτιση και ψυχαγωγία.

14. α. Κάθε προμηθευτής, ο οποίος προτίθεται να συνάπτει συμβάσεις της παρ. 1 του παρόντος, υποχρεούται πριν από την έναρξη της δραστηριότητάς του αυτής να ζητήσει την καταχώρισή του στο ειδικό μητρώο που τηρείται στο Υπουργείο Ανάπτυξης. Για την καταχώρηση στο ανωτέρω μητρώο συνεκτιμάται η συμπεριφορά του αιτούντος σε προηγούμενες ποινές που του έχουν επιβληθεί για παράβαση των διατάξεων για την προστασία του καταναλωτή. Την ιδιότητα του αιτούντος έχουν και οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικών προσώπων.

 

Κανένας προμηθευτής δεν μπορεί να προτείνει τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων, εάν εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος δεν εγγραφεί στο μητρώο αυτό.

β.       Η ανωτέρω καταχώριση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεώρηση των αναγκαίων φορολογικών βιβλίων και στοιχείων από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία και αποδεικνύεται με βεβαίωση που χορηγείται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης.

γ.            Ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του να αρνείται για σοβαρούς λόγους την εγγραφή ή να προβαίνει σε εκτός των κυρώσεων των προβλεπόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 25 του παρόντος, προσωρινή ή οριστική διαγραφή από το εν λόγω μητρώο, αν διαπιστωθεί παραβίαση από τον εν λόγω προμηθευτή των κειμένων διατάξεων. Η απόφαση κοινοποιείται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.

δ.       Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις τήρησης του προαναφερθέντος μητρώου.

 

Άρθρο 5 - Εμπορία από απόσταση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών

 

1. Ορισμοί και Πεδίο εφαρμογής
 
α) Καταναλωτής για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο συμβάσεων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, ενεργεί για σκοπούς εκτός του πεδίου της εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας.
 
β) Σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι κάθε σύμβαση που αφορά χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία τους, στο πλαίσιο συστήματος εξ αποστάσεως πώλησης ή παροχής υπηρεσιών οργανωμένου από τον προμηθευτή, ο οποίος χρησιμοποιεί αποκλειστικά για τη σύμβαση αυτή, ένα ή περισσότερα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως, μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης.
 
 γ) Μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως είναι κάθε μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, χωρίς την αυτοπρόσωπη και ταυτόχρονη παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, για την εξ αποστάσεως εμπορία προϊόντων ή υπηρεσιών μεταξύ των μερών αυτών, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του παρόντος. 
 
 δ) Χρηματοοικονομική υπηρεσία είναι κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσεως, ή σχετική με ατομικές συντάξεις ή με πληρωμές.
 
ε) Φορέας ή προμηθευτής μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, του οποίου η εμπορική ή η επαγγελματική δραστηριότητα συνίσταται στη διάθεση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως στους προμηθευτές.
 
στ)  Όσον αφορά τις συμβάσεις που αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες οι οποίες περιλαμβάνουν μια αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας και ακολούθως διαδοχικές πράξεις ή σειρά διακριτών πράξεων της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται μόνο στην αρχική συμφωνία.
 
 Αν δεν υπάρχει αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας αλλά οι διαδοχικές ή διακριτές πράξεις της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, διενεργούνται μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών, οι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο κατά τη διενέργεια της πρώτης πράξης. Όταν όμως δεν έχει διενεργηθεί πράξη της ίδιας φύσης για διάστημα άνω του ενός έτους, η διενέργεια της επόμενης πράξης θεωρείται ως η πρώτη μιας νέας σειράς πράξεων και, συνεπώς, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3.
 
2. Πληροφόρηση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση
 
 α) Πριν από τη σύναψη σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό με κάθε ενδεικνυόμενο τρόπο σε σχέση με το χρησιμοποιούμενο μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως, τηρουμένων των αρχών της καλής πίστης κατά τις εμπορικές συναλλαγές, για τα ακόλουθα στοιχεία, ο εμπορικός σκοπός των οποίων πρέπει να καθίσταται σαφής:
 
 
i.                 Πληροφορίες που αφορούν τον προμηθευτή
 
- την ταυτότητα και την κύρια δραστηριότητα του προμηθευτή, τη διεύθυνση στην οποία είναι εγκατεστημένος ο προμηθευτής, καθώς και κάθε άλλη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον προμηθευτή,   
 
- την ταυτότητα του αντιπροσώπου του προμηθευτή που είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον αντιπρόσωπο, όταν υπάρχει αντιπρόσωπος,
 
   - εάν οι επαγγελματικές επαφές του καταναλωτή έγιναν με άλλον επαγγελματία πλην του προμηθευτή, την ταυτότητα του εν λόγω επαγγελματία, την ιδιότητα με την οποία ενεργεί έναντι του καταναλωτή, και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία,
 
   - όταν ο προμηθευτής είναι καταχωρημένος σε εμπορικό ή αντίστοιχο δημόσιο μητρώο, το εμπορικό μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος ο προμηθευτής και τον αριθμό καταχώρησής του ή ισοδύναμο μέσο αναγνώρισης στο εν λόγω μητρώο,
 
  -  όταν η δραστηριότητα του προμηθευτή υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής.
 
 
 ii. Πληροφορίες που αφορούν τη χρηματοοικονομική υπηρεσία
 
 -  περιγραφή των κυριοτέρων χαρακτηριστικών στοιχείων της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας,
  -  το συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των συναφών τελών, επιβαρύνσεων και δαπανών και όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή, ή, εάν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, τη βάση υπολογισμού του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να το ελέγξει ο καταναλωτής,
  
 -  εφόσον συντρέχει περίπτωση, προειδοποίηση η οποία αναφέρει ότι η χρηματοοικονομική υπηρεσία συνδέεται με τίτλους που συνεπάγονται ειδικούς κινδύνους συνδεόμενους με τα ειδικά χαρακτηριστικά ή τις πράξεις που πρέπει να εκτελεστούν ή των οποίων η τιμή εξαρτάται από τις διακυμάνσεις στις κεφαλαιαγορές επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση, καθώς και ότι οι αποδόσεις του παρελθόντος δεν αποτελούν δείκτη για τις μελλοντικές αποδόσεις,
 
  - μνεία της ενδεχόμενης ύπαρξης άλλων φόρων ή/και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν,
- τους τυχόν χρονικούς περιορισμούς της ισχύος των παρεχόμενων πληροφοριών,
- τις ρυθμίσεις σχετικά με την πληρωμή και την εκτέλεση,
   - το τυχόν ειδικό επιπλέον κόστος που συνεπάγεται για τον καταναλωτή η χρήση των μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως, εάν αυτό το επιπλέον κόστος χρεώνεται.
 
iii.            Πληροφορίες που αφορούν τη σύμβαση εξ αποστάσεως
 
  -  την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 4 του παρόντος, και, εάν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής σύμφωνα με την παράγραφο 5, εδάφιο β του παρόντος, καθώς επίσης και τις συνέπειες της μη άσκησης αυτού του δικαιώματος,
 
  -  την ελάχιστη διάρκεια της σύμβασης εξ αποστάσεως, εάν πρόκειται για σύμβαση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε μόνιμη βάση ή περιοδικά, 
  -   πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα που μπορεί να έχουν τα μέρη να προκαλέσουν την πρόωρη ή μονομερή λύση της σύμβασης εξ αποστάσεως δυνάμει των όρων της σύμβασης εξ αποστάσεως, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κυρώσεων που προβλέπονται στη σύμβαση στις περιπτώσεις αυτές, 
 
  -  πρακτικές οδηγίες για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης και υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης, όπου να αναγράφεται, μεταξύ άλλων, η διεύθυνση στην οποία πρέπει να απευθύνεται η δήλωση υπαναχώρησης,
  -  το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη στη νομοθεσία των οποίων βασίζεται ο προμηθευτής για τη δημιουργία σχέσεων με τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης εξ αποστάσεως,
  
-  οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση εξ αποστάσεως ή/και το αρμόδιο δικαστήριο, 
  -  τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες διατυπώνονται οι όροι της σύμβασης και η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο εκ των προτέρων πληροφόρηση, καθώς και τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες ο προμηθευτής, σε συμφωνία με τον καταναλωτή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να επικοινωνεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης.
 
 iv. Πληροφορίες που αφορούν την προσφυγή
 
 -  την ύπαρξη μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, όπως ο Συνήγορος του Καταναλωτή και οι Επιτροπές Φιλικού Διακανονισμού, στους οποίους έχει πρόσβαση ο καταναλωτής που είναι συμβαλλόμενος στην εξ αποστάσεως σύμβαση και τον τρόπο με τον οποίο έχει πρόσβαση ο καταναλωτής,
 -   την ύπαρξη κεφαλαίων εγγύησης ή άλλων ρυθμίσεων για την παροχή αποζημιώσεων, που δεν καλύπτονται από συστήματα εγγύησης καταθέσεων, σύμφωνα με το ν. 2832/2000 (ΦΕΚ 141/Α'/13.6.2000), και αποζημίωσης των επενδυτών, σύμφωνα με το ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 228/Α'/11.11.1997), όπως ισχύουν.
 
β) Στην περίπτωση τηλεφωνικών επικοινωνιών, οι οποίες πρέπει να ηχογραφούνται τηρουμένων των διατάξεων του ν. 2774/1999, πρέπει να δηλώνεται σαφώς στην αρχή οποιασδήποτε συνομιλίας με τον καταναλωτή, η ταυτότητα του προμηθευτή και ο εμπορικός σκοπός του τηλεφωνήματος που κάνει ο προμηθευτής, ενώ επιπρόσθετα, υπό την επιφύλαξη της ρητής συγκατάθεσης του καταναλωτή, είναι υποχρεωτική η παροχή των ακόλουθων πληροφοριών:
 
-       η ταυτότητα του προσώπου που έρχεται σε επαφή με τον καταναλωτή και η σχέση του με τον προμηθευτή,
-       η περιγραφή των κυριοτέρων στοιχείων της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας,
-       το συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή, ή, εάν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, η βάση υπολογισμού του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να το ελέγξει ο καταναλωτής,
-       μνεία της ενδεχόμενης ύπαρξης άλλων φόρων ή/και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν,
-       η ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, και, εάν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, η διάρκεια και οι προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής σύμφωνα με την παράγραφο 5, εδάφιο β’ του παρόντος άρθρου.
 Ο προμηθευτής οφείλει να πληροφορεί τον καταναλωτή αφενός ότι, κατόπιν αιτήματός του, μπορεί να λάβει και άλλες πληροφορίες, αφετέρου δε, για τη φύση των πληροφοριών αυτών. Εν πάσει περιπτώσει, ο προμηθευτής του παρέχει όλες τις πληροφορίες όταν εκτελεί τις κατά την παράγραφο 3 υποχρεώσεις του.
 
 γ) Οι πληροφορίες σχετικά με συμβατικές υποχρεώσεις, οι οποίες πρέπει να ανακοινώνονται στον καταναλωτή κατά την περίοδο πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνες με τις συμβατικές υποχρεώσεις που θα απέρρεαν από τη νομοθεσία που θα εφαρμοζόταν κατά τεκμήριο στη σύμβαση εξ αποστάσεως, εάν η τελευταία είχε συναφθεί.
 δ) Οι ανωτέρω προβλέψεις, όσον αφορά την υποχρεωτική παροχή πληροφόρησης πριν από τη σύναψη σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ισχύουν με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, που διέπουν τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και συνεπάγονται απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης, οι οποίες προστίθενται σε αυτές που απαριθμούνται στο ανωτέρω εδάφιο α) της παρούσας παραγράφου. Η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή κοινοποιεί τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 4 (3) της οδηγίας 2002/65/ΕΚ. Οι προμηθευτές υποχρεούνται αμελλητί να διαβιβάζουν στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή τα σχετικά έντυπα πληροφόρησης του καταναλωτή.  
 
  ε) Σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή,  αν πριν από τη σύναψή της ο τελευταίος δεν ενημερώθηκε, με τα προβλεπόμενα ως άνω μέσα και τρόπο, επί στοιχείων τα οποία προβλέπονται στα υπό α’ και β’ εδάφια της παρούσας παραγράφου, και ταυτόχρονα αποτελούν κρίσιμους παράγοντες διαμόρφωσης της δικαιοπρακτικής βούλησης του. 
 

στ) Σταθερό μέσο είναι κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή να αποθηκεύει πληροφορίες απευθυνόμενες προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική αναφορά επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες, και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.

 
 3. Γνωστοποίηση των συμβατικών όρων
 
 α) Η σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή, αν αυτός δεν λάβει εγκαίρως και σε κάθε περίπτωση, πριν την δέσμευσή του από την σύμβαση εξ' αποστάσεως όλους τους όρους της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 εδάφιο ε’ του παρόντος, γραπτά ή με άλλο σταθερό μέσο, στο οποίο έχει αυτός πρόσβαση.
 
β) Ο προμηθευτής εκπληρώνει την δυνάμει του εδαφίου α) υποχρέωσή του αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, εάν αυτή έχει συναφθεί κατόπιν αιτήματος του καταναλωτή με τη χρησιμοποίηση μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως, το οποίο δεν επιτρέπει να ανακοινωθούν οι συμβατικοί όροι και οι πληροφορίες σύμφωνα με το εδάφιο α).
 
γ) Σε κάθε περίπτωση, μη γνωστοποιηθέντες ως ανωτέρω συμβατικοί όροι στον καταναλωτή, ακόμη και εάν δεν αποτελούν κρίσιμους παράγοντες διαμόρφωσης της δικαιοπρακτικής βούλησης του, δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή.
 
δ) Όσο διαρκεί η συμβατική σχέση, ο καταναλωτής δικαιούται, κατόπιν αιτήματός του, να λαμβάνει τους συμβατικούς όρους γραπτά. Επιπλέον, ο καταναλωτής δικαιούται να αλλάζει το χρησιμοποιούμενο μέσο εξ αποστάσεως επικοινωνίας, εκτός εάν αυτό είναι ασυμβίβαστο με τη συναφθείσα σύμβαση εξ αποστάσεως ή με τη φύση της παρεχόμενης χρηματοοικονομικής υπηρεσίας.
 
4. Δικαίωμα υπαναχώρησης
 
 α) Με εξαίρεση τις εξ αποστάσεως συμβάσεις για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο ακόλουθο εδάφιο, ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει μέσα σε δεκατέσσερις (14) ημερολογιακές ημέρες από σύμβαση χρηματοοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, χωρίς καμία ποινή και χωρίς να αναφέρει αιτιολογία. Ωστόσο, η προθεσμία αυτή παρατείνεται σε τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες προκειμένου περί συμβάσεων εξ αποστάσεως με αντικείμενο ασφαλίσεις ζωής, όπως αυτές προβλέπονται από το άρθρο 13 περ. 2 του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10/Α'/1970) όπως ισχύει, καθώς και στις συνταξιοδοτικές ασφαλίσεις.
 
Για την άσκηση του δικαιώματος αυτού η προθεσμία αρχίζει:
 
-       είτε από την ημέρα σύναψης της σύμβασης εξ αποστάσεως, εκτός εάν πρόκειται για ασφαλίσεις ζωής, για τις οποίες η προθεσμία αρχίζει να μετρά από την ημέρα που ο καταναλωτής πληροφορήθηκε τη σύναψη της σύμβασης εξ αποστάσεως,
 
  -  είτε από την ημέρα που ο καταναλωτής παρέλαβε τους συμβατικούς όρους και τις πληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο 3, εδάφια α) και β), εφόσον αυτή η τελευταία ημερομηνία είναι μεταγενέστερη από την αναφερόμενη στην πρώτη περίπτωση.
 
β) Δικαίωμα υπαναχώρησης δεν παρέχεται επί εξ αποστάσεως συμβάσεων για τις ακόλουθες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες: 
 
 i. χρηματοοικονομικές υπηρεσίες η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της κεφαλαιαγοράς επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση και μπορεί να επέλθουν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχώρησης, όπως υπηρεσίες που αφορούν:
  -    πράξεις συναλλάγματος
  -   τίτλους της χρηματαγοράς,
  -   διαπραγματεύσιμους τίτλους,
  -   μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων,
  -   προθεσμιακές χρηματοοικονομικές συμβάσεις (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς,
  -   προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA),
  -    συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), 
  -    προαιρέσεις (options) αγοράς ή πώλησης οιουδήποτε τίτλου από τους αναφερόμενους στην παρούσα περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθαρίσεως τοις μετρητοίς. Συμπεριλαμβάνονται, ιδίως, στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων.
 
 ii. ασφαλιστήρια συμβόλαια ταξιδιών και αποσκευών ή παρόμοια βραχυπρόθεσμα ασφαλιστήρια συμβόλαια με διάρκεια μικρότερη του ενός μηνός,
 
 iii. συμβάσεις των οποίων η εκτέλεση έχει ολοκληρωθεί πλήρως και από τα δύο μέρη με ρητή δήλωση του καταναλωτή προτού ασκήσει ο καταναλωτής το δικαίωμα υπαναχώρησης.
 
 γ) Ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης με σχετική δήλωσή του προς τον προμηθευτή ακολουθώντας τις πρακτικές οδηγίες που του έχουν δοθεί κατά την παράγραφο 2 εδ. α’ σημείο iii) τέταρτη περίπτωση του παρόντος άρθρου πριν από την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο το οποίο τίθεται στη διάθεση του αποδέκτη και στο οποίο ο αποδέκτης έχει πρόσβαση.
 
 δ) Τα εδάφια α) έως γ) της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται στις πιστωτικές συμφωνίες που καταγγέλλονται δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 11 του παρόντος νόμου και του άρθρου 6 του Προεδρικού Διατάγματος 182/1999 περί χρονομεριστικής μίσθωσης (ΦΕΚ 171/Α'/25.8.1999).
 
 ε) Εάν με τη σύμβαση εξ αποστάσεως μιας δεδομένης χρηματοοικονομικής υπηρεσίας συνδέεται άλλη σύμβαση εξ αποστάσεως σχετική με χρηματοοικονομικές υπηρεσίες παρεχόμενες από τον προμηθευτή ή από τρίτον βάσει συμφωνίας του τρίτου με τον προμηθευτή, η πρόσθετη αυτή σύμβαση καταγγέλλεται, χωρίς καμία ποινή, εάν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο εδάφιο α) αυτής της παραγράφου.
 
 
στ) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν θίγουν τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την καταγγελία, τη διακοπή ή το μη εκτελεστό συμβάσεως χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως ή το δικαίωμα του καταναλωτή να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στη σύμβαση εξ αποστάσεως. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν ανεξάρτητα από τους όρους και τα νομικά αποτελέσματα της λύσεως της σύμβασης.
 
 5. Πληρωμή για υπηρεσία που έχει παρασχεθεί πριν από την υπαναχώρηση
 
 α) Η εκπλήρωση της σύμβασης χρηματοοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση επιτρέπεται να αρχίσει μόνο μετά από ειδική δήλωση του καταναλωτή.
 
β) Εάν ο ως άνω καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης που του αναγνωρίζεται από την παράγραφο 4 εδάφιο α), υποχρεούται να πληρώσει, το συντομότερο δυνατόν, μόνο για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία που του έχει όντως παράσχει ο προμηθευτής σύμφωνα με τη σύμβαση εξ αποστάσεως. Το πληρωτέο ποσό δεν μπορεί:
   -  να υπερβαίνει ποσό ανάλογο με την έκταση της υπηρεσίας που ήδη παρασχέθηκε, σε σχέση με το σύνολο των παροχών που προβλέπει η σύμβαση εξ αποστάσεως.
 
   -  σε καμία περίπτωση να είναι τέτοιο που να μπορεί να εκληφθεί ως ποινή.
 
 γ) Ο προμηθευτής δεν μπορεί να απαιτήσει από τον καταναλωτή να καταβάλει κανένα ποσό βάσει του εδαφίου β) εκτός εάν μπορεί να αποδείξει ότι ο καταναλωτής είχε δεόντως ενημερωθεί για το πληρωτέο ποσό, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εδάφιο α’, σημείο iii, 1η περίπτωση του παρόντος άρθρου. Ωστόσο, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να απαιτήσει την πληρωμή αυτή, εάν έχει αρχίσει να εκτελεί τη σύμβαση πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υπαναχώρησης, που προβλέπει η παράγραφος 4, εδάφιο α’ του παρόντος, χωρίς προηγούμενη ειδική σχετική δήλωση του καταναλωτή.
 
 δ) Ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει στον καταναλωτή, το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών, όλα τα ποσά που έχει λάβει από αυτόν σύμφωνα με την σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, με εξαίρεση το ποσό που αναφέρεται στο εδάφιο β). Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο προμηθευτής λαμβάνει τη δήλωση υπαναχώρησης.
 
 
 ε) Ο καταναλωτής επιστρέφει στον προμηθευτή, το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών, ό,τι χρηματικά ποσά ή/και πράγματα έχει λάβει από αυτόν. Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής απέστειλε την δήλωση υπαναχώρησης.
 
 6. Πληρωμή με κάρτα
 
 Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, παράγραφος 3 της υπ αριθμ. Ζ1 178/13.2.2001 κοινής υπουργικής απόφασης, σχετικά με τις συναλλαγές που γίνονται με κάρτες (ΦΕΚ 255 Β'/2001), σε περίπτωση χρήσης κάρτας (κατά την έννοια της ως άνω απόφασης) χωρίς την συναίνεση του καταναλωτή, στο πλαίσιο σύμβασης χρηματοοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, με δόλιο τρόπο ή από πρόσωπο που δεν ενεργεί ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος του κατόχου, η σύμβαση είναι αυτοδίκαια άκυρη και ό,τι έχει καταβληθεί επιστρέφεται έντοκα στον καταναλωτή. Οι όροι σύμβασης των πάσης φύσεως καρτών αναφέρουν ρητά την περίπτωση αυτή.
 
 
 7. Μη αιτηθείσες υπηρεσίες
 
Απαγορεύεται να παρέχονται στον καταναλωτή χρηματοοικονομικές υπηρεσίες χωρίς προηγούμενη αίτηση εκ μέρους του, όταν αυτός καλείται να τις αποκτήσει έναντι άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής. Αν η εν λόγω παροχή υπηρεσιών πραγματοποιηθεί, ο καταναλωτής δεν έχει καμία υποχρέωση και δεν οφείλει οποιοδήποτε τίμημα, εκτός αν η παροχή υπηρεσιών οφείλεται σε προφανές λάθος, οπότε ο καταναλωτής θέτει την υπηρεσία για εύλογο χρόνο και εφόσον η φύση της υπηρεσίας το επιτρέπει, στη διάθεση του προμηθευτή. Η παράλειψη απάντησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με συναίνεση.
 
 
 8. Αυτόκλητη επικοινωνία
 
 α) Η χρησιμοποίηση των τεχνικών επικοινωνίας πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσβάλλεται η ιδιωτική ζωή του καταναλωτή.
 β) Ειδικότερα για το θέμα της αυτόκλητης επικοινωνίας ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9, του ν. 2774/1999 για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα (ΦΕΚ Α 287/22.12.1999).
 
9. Κυρώσεις
 
 Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 25, παράγραφος 1 του παρόντος νόμου, ο καταναλωτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ανά πάσα στιγμή, χωρίς έξοδα και ποινές σε περίπτωση που ο προμηθευτής δεν τηρεί τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
 
 10. Αναγκαστικός χαρακτήρας των διατάξεων του παρόντος άρθρου
 
Ρήτρες με τις οποίες ο καταναλωτής παραιτείται από την άσκηση των δικαιωμάτων που αναφέρει το παρόν άρθρο ή ο προμηθευτής απαλλάσσεται των ευθυνών που απορρέουν από το παρόν άρθρο είναι άκυρες.
 
11. Βάρος απόδειξης
 
 α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, εδάφιο (γ), το βάρος απόδειξης σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων πληροφόρησης του καταναλωτή που επιβάλλονται στον προμηθευτή, καθώς και τη δήλωση του καταναλωτή για τη σύναψη της σύμβασης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για την εκτέλεσή της, βαρύνει τον προμηθευτή.
 
 β) Συμβατική ρήτρα η οποία προβλέπει ότι το βάρος της απόδειξης για την τήρηση εκ μέρους του προμηθευτή του συνόλου ή μέρους των υποχρεώσεων που τον βαρύνουν, σύμφωνα με τις προβλέψεις του παρόντος άρθρου, φέρει ο καταναλωτής, θεωρείται άκυρη ως καταχρηστική.
 

Άρθρο 6 - Πώληση καταναλωτικών αγαθών και εγγυήσεις

1. Προμηθευτής στην πώληση καταναλωτικών αγαθών είναι, εκτός από τον προμηθευτή του άρθρου 1 παρ.5 του παρόντος και ο κατασκευαστής του προϊόντος, ο εισαγωγέας του στο έδαφος της Κοινότητας, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που παρουσιάζεται ως παραγωγός θέτοντας επί του προϊόντος το όνομα του, το σήμα του ή άλλο διακριτικό σημείο.

2. Σε κάθε πώληση ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει στον   καταναλωτή γραπτώς, στην ελληνική γλώσσα ή με σύμβολα διεθνώς καθιερωμένα, σαφείς και πλήρεις οδηγίες για την ασφαλή χρήση, διατήρηση, συντήρηση και πλήρη αξιοποίηση του προϊόντος και ενημέρωση για τους κινδύνους κατά τη χρήση και διατήρηση του. Εξαιρούνται τα απλά κατά την κατασκευή, τη χρήση και τη συντήρηση προϊόντα όταν για τα προϊόντα αυτά δεν παρέχονται από τον κατασκευαστή οδηγίες σε ξένη γλώσσα .

3.α) Κατά την πώληση, ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώνει τον καταναλωτή για την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος. Πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος είναι ο εύλογα αναμενόμενος χρόνος κατά τον οποίο το προϊόν θα μπορεί να χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του, έστω και έπειτα από επισκευή ή αντικατάσταση ανταλλακτικών, ωσότου η φθορά από την τακτική χρήση καταστήσει το προϊόν άχρηστο ή την περαιτέρω χρήση του οικονομικά ασύμφορη.

 β) Η ενημέρωση του καταναλωτή από τον προμηθευτή για την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο τρόπο. (Με αναγραφή στο έντυπο οδηγιών χρήσης, ή εγγύησης με άλλο τεχνικό μέσο αποτύπωσης).Το βάρος της απόδειξης ότι υπήρξε ενημέρωση, κατά την πώληση, για την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος το φέρει ο προμηθευτής.

 γ) Ο πωλητής υποχρεούται με επιμέλεια του και χωρίς καμία επιβάρυνση του καταναλωτή να μεριμνά για την επισκευή του προϊόντος, όταν αυτό βρίσκεται εντός των ορίων της εγγύησης που παρέχεται συμβατικά ή από το νόμο. Όταν το προϊόν δεν βρίσκεται εντός των ορίων της εγγύησης ο πωλητής έχει την ίδια υποχρέωση, μπορεί όμως να απαιτήσει από τον καταναλωτή τα έξοδα επισκευής, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων αποστολής στην περίπτωση που την τεχνική υποστήριξη παρέχει τρίτος.

4. Όταν παρέχεται εγγύηση στον καταναλωτή, ο προμηθευτής οφείλει να την παρέχει εγγράφως ή με άλλο τεχνικό μέσο αποτύπωσης που μπορεί να είναι διαθέσιμο και προσιτό στον καταναλωτή. Σε περίπτωση προμήθειας καινούργιων προϊόντων με μακρά διάρκεια (διαρκή καταναλωτικά αγαθά), η παροχή γραπτής εγγύησης είναι υποχρεωτική. Η εγγύηση πρέπει να περιλαμβάνει με απλή, ευανάγνωστη και κατανοητή διατύπωση στην ελληνική γλώσσα τουλάχιστον την επωνυμία και τη διεύθυνση του εγγυητή, το προϊόν στο οποίο αναφέρεται η εγγύηση, το ακριβές περιεχόμενό της, τη διάρκειά της και την εδαφική έκταση ισχύος της. Στην εγγύηση πρέπει να δηλώνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα δικαιώματα που έχει ο καταναλωτής βάσει του εφαρμοστέου δικαίου και να διευκρινίζεται επίσης ότι τα πιο πάνω δικαιώματα δεν θίγονται από την εγγύηση. Η εγγύηση πρέπει να είναι σύμφωνη με τους κανόνες της καλής πίστης και να μην αναιρείται από υπερβολικές ρήτρες εξαιρέσεων. Η διάρκεια της εγγύησης πρέπει να είναι εύλογη σε σχέση με την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος. Ειδικά για τα προϊόντα τεχνολογίας αιχμής, η διάρκεια της εγγύησης πρέπει να είναι εύλογη σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο αναμένεται ότι θα παραμένουν σύγχρονα από τεχνολογική άποψη, αν ο χρόνος αυτός είναι συντομότερος από την πιθανή διάρκεια ζωής τους.

5. Η παράβαση των διατάξεων της προηγούμενης πα­ραγράφου δεν θίγει το κύρος της εγγύησης, την οποία ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεσθεί και να απαιτήσει την τήρησή της. Σε περίπτωση αντικατάστασης του προϊόντος ή ανταλλακτικού του, η εγγύηση αυτόματα ανανεώνεται για όλη της τη διάρκεια ως προς το νέο προϊόν ή ανταλλακτικό. Σε περίπτωση που ο απαιτούμενος χρόνος διόρθωσης υπερβαίνει τις δέκα εργάσιμες ημέρες, ο καταναλωτής δικαιούται να ζητήσει την προσωρινή αντικατάσταση του επισκευαζόμενου προϊόντος για όσο χρόνο διαρκεί η διόρθωση.

6. Σε κάθε περίπτωση δεν θίγεται η εφαρμογή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για την ευθύνη του πωλητή  για πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων. Παραίτηση του καταναλωτή πριν την εμφάνιση του ελαττώματος ή της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας από την προστασία του κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα είναι άκυρη.

Σε διαφορά η οποία απορρέει από την πώληση καταναλωτικών αγαθών και φέρεται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο σε αυτή δίκαιο, εφαρμόζονται πάντοτε οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου που διέπουν την πώληση καταναλωτικών αγαθών κατά την έκταση που παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή.

7. Ο προμηθευτής καινούργιων διαρκών καταναλωτικών αγαθών οφείλει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές τη συνεχή παροχή τεχνικών υπηρεσιών για τη συντήρηση και επισκευή τους για χρονικό διάστημα ίσο με την πιθανή διάρκεια της ζωής τους. Επίσης, οφείλει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές την ευχέρεια προμήθειας των ανταλλακτικών και άλλων τυχόν προϊόντων, που απαιτούνται για τη χρήση τους σύμφωνα με τον προορισμό τους, για όλη την πιθανή διάρκεια της ζωής τους.

8. Εκ των προτέρων παραίτηση του καταναλωτή από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου  είναι άκυρη.

 

Άρθρο 7 - Ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα

1. Ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του.

2.    Ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα. Προϊόντα με την έννοια αυτού του άρθρου θεωρούνται και τα κινητά πράγματα που ενσωματώθηκαν ως συστατικά σε άλλα πράγματα κινητά ή ακίνητα. Προϊόντα θεωρούνται επίσης οι φυσικές δυνάμεις, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση, όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο.

3.       Όποιος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση ή άλλης μορφής διανομή στo πλαίσιο της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας ευθύνεται όπως ο παραγωγός.

4.       Όταν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται για την εφαρμογή του νόμου αυτού παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει και για τον προμηθευτή προϊόντων εισαγωγής, όταν η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι άγνωστη, έστω και αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι γνωστή.

5.       Ελαττωματικό είναι το προϊόν, αν δεν παρέχει την προβλεπόμενη απόδοση σύμφωνα με τις δυνατότητές του και την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισής του, της αναμενόμενης χρησιμοποίησης του και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία. Δεν είναι ελαττωματικό ένα προϊόν για μόνο το λόγο ότι μεταγενέστερα τέθηκε σε κυκλοφορία άλλο τελειότερο.

6.       Στη ζημία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνεται η ζημία λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης, καθώς και η βλάβη ή καταστροφή, εξαιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή, εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος χρήσης των περιβαλλοντικών αγαθών, και μόνο για το ποσό της βλάβης ή καταστροφής άνω των 500 ευρώ, εφόσον κατά τη φύση του προοριζόταν και πραγματικά χρησιμοποιήθηκε από το ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση ή κατανάλωση.

7. Στο προστατευτικό πεδίο του παρόντος άρθρου περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

8.       Ο παραγωγός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι:

α) δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία,

β) το ελάττωμα δεν υπήρχε όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία,

γ) δεν κατασκεύασε το προϊόν αποβλέποντας στη διανομή του και δεν το διένειμε στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας,

δ) το ελάττωμα οφείλεται στο ότι το προϊόν κατασκευάστηκε σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου, ή

ε) όταν το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε τη διαπίστωση του ελαττώματος.

9.       Ο παραγωγός συστατικού δεν ευθύνεται και αν αποδείξει ότι το ελάττωμα οφείλεται στο σχεδιασμό του προϊόντος στο οποίο το συστατικό έχει ενσωματωθεί ή στις οδηγίες που παρέσχε ο κατασκευαστής του προϊόντος, οπότε παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής του προϊόντος στο οποίο ενσωματώθηκε το συστατικό.

10.     Εάν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για την ίδια ζημία, τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντος και έχουν κατ' αλλήλων δικαίωμα αναγωγής αναλόγως προς τη συμμετοχή τους στην επέλευση της ζημίας.

11.     Η ευθύνη του παραγωγού δεν περιορίζεται αν η ζημία οφείλεται σωρευτικώς τόσο σε ελάττωμα του προϊόντος όσο και σε πράξη ή παράλειψη τρίτου, εκτός εάν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος ή προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο ζημιωθείς.

12.     Κάθε συμφωνία περιορισμού ή απαλλαγής του παραγωγού από την ευθύνη του είναι άκυρη.

13.     Οι αξιώσεις κατά του παραγωγού για ζημίες παραγράφονται μετά τριετία αφότου ο ζημιωθείς πληροφορήθηκε ή όφειλε να πληροφορηθεί τη ζημία, το ελάττωμα και την ταυτότητα του παραγωγού. Μετά δεκαετία από την κυκλοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος επέρχεται απόσβεση των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού.

 

Άρθρο 8 - Υγεία και ασφάλεια του καταναλωτή

 

1. Οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή προϊόντα. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, προμηθευτής είναι και ο παραγωγός, ο αντιπρόσωπός του, ο εισαγωγέας και κάθε άλλος επαγγελματίας που συμμετέχει στην αλυσίδα εφοδιασμού και μπορεί να επηρεάσει τα χαρακτηριστικά ασφάλειας του προϊόντος και ο διανομέας.

 

2. "Προϊόν" είναι κάθε προϊόν που προορίζεται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται, υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές ακόμη και αν δεν προορίζεται για αυτούς, και το οποίο παρέχεται ή διατίθεται στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, έναντι τιμήματος ή δωρεάν, είτε είναι καινουργές, είτε μεταχειρισμένο ή ανασκευασμένο. Εξαιρούνται τα μεταχειρισμένα προϊόντα που διατίθενται ως αντίκες ή ως προϊόντα που πρέπει να επισκευαστούν ή να ανασκευαστούν πριν από τη χρήση τους, εφόσον ο προμηθευτής ενημερώνει σχετικώς το πρόσωπο στο οποίο προμηθεύει το προϊόν.

3. Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας χρήσης και της θέσης σε λειτουργία, της εγκατάστασης και των αναγκών της συντήρησης, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας  που είναι συνυφασμένοι με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ακόλουθων στοιχείων:

α) των χαρακτηριστικών του προϊόντος, και ιδίως της σύνθεσής του, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και συντήρησής του·

β) των επιπτώσεων που έχει το προϊόν αυτό σε άλλα, όταν είναι ευλόγως δυνατόν να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα·

γ) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν·

δ) των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των παιδιών και των ηλικιωμένων.

4. Η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας ή προμήθειας άλλων προϊόντων χαμηλότερης επικινδυνότητας, δεν συνιστά επαρκή λόγο για τον χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως επικινδύνου.

5. Προϊόν θεωρείται ασφαλές όταν ανταποκρίνεται προς τους κανόνες του κοινοτικού και ελληνικού δικαίου, τα πρότυπα που έχουν θεσπισθεί για την ασφάλεια των προσώπων, τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αξιολόγηση της ασφάλειας προϊόντος, τους κώδικες ορθής πρακτικής και δεοντολογίας που ισχύουν σε ένα συγκεκριμένο τομέα, τις υφιστάμενες γνώσεις και τεχνικές καθώς και την ασφάλεια την οποία δικαιούνται ευλόγως να προσδοκούν οι καταναλωτές.

Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ή και τυχόν άλλων συναρμόδιων Υπουργών, καθορίζονται τα στοιχεία αναφοράς των προτύπων ανά κατηγορία προϊόντων που εξασφαλίζουν την τήρηση της γενικής επιταγής ασφάλειας. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι διαδικασίες ελέγχου, δειγματοληψίας, εργαστηριακών εξετάσεων και λήψης περιοριστικών μέτρων και καταρτίζεται κατάλογος εργαστηρίων εξέτασης δειγμάτων και φορέων πιστοποίησης προϊόντων ως προς τη συμμόρφωση τους με τη γενική επιταγή ασφάλειας.

6. Προϊόντα που, χρησιμοποιούμενα σε κανονικές και δυνάμενες να προβλεφθούν συνθήκες, παρουσιάζουν ή ενδέχεται να παρουσιάσουν, σοβαρούς  κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των καταναλωτών, ανακαλούνται, αποσύρονται ή δεσμεύονται προληπτικώς από την κατά περίπτωση αρμόδια αρχή. Η ανάκληση, απόσυρση, διάθεση υπό όρους, αποδέσμευση, καταστροφή, και γενικά η τύχη των ανωτέρω προϊόντων ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ή και τυχόν άλλων αρμοδίων Υπουργών.

Τα μέτρα του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και στην περίπτωση προϊόντων που, παρά τη συμμόρφωση προς τα κριτήρια που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της γενικής επιταγής ασφαλείας, παρουσιάζουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και ασφάλεια των καταναλωτών.

7. Οι παραγωγοί, προκειμένου να εκπληρώσουν τη γενική υποχρέωση της παραγράφου 1 του παρόντος, οφείλουν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους:

α) να παρέχουν στον καταναλωτή τις κατάλληλες πληροφορίες στην ελληνική γλώσσα που θα του επιτρέψουν να αξιολογήσει τους εγγενείς κινδύνους που παρουσιάζει το προϊόν, κατά τη διάρκεια της συνήθους ή ευλόγως προβλέψιμης χρήσης του, εφόσον οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι αμέσως αντιληπτοί χωρίς κατάλληλη προειδοποίηση,

β) να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που προμηθεύουν, ώστε να είναι ενήμεροι για τους κινδύνους που ενδεχομένως παρουσιάζουν τα εν λόγω προϊόντα και να προβαίνουν στις κατάλληλες ενέργειες, συμπεριλαμβανόμενης, αν είναι αναγκαίο για την πρόληψη των κινδύνων αυτών, της απόσυρσης από την αγορά, της επαρκούς και αποτελεσματικής προειδοποίησης των καταναλωτών ή της ανάκλησης από τους καταναλωτές. Στις ενέργειες αυτές προβαίνουν είτε αυτοβούλως είτε κατόπιν αιτήσεως των αρχών.

Η ανάκληση πραγματοποιείται υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλες ενέργειες δεν επαρκούν για την πρόληψη των ενδεχόμενων κινδύνων, όταν οι παραγωγοί την κρίνουν αναγκαία ή όταν επιβάλλεται από την αρμόδια αρχή.

8. Οι διανομείς υποχρεούνται να ενεργούν επιμελώς ώστε να συμβάλλουν στην τήρηση των εφαρμοστέων απαιτήσεων ασφάλειας, ιδίως με το να μην προμηθεύουν προϊόντα, για τα οποία γνωρίζουν ή για τα οποία έπρεπε να γνωρίζουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν στην κατοχή τους και της επαγγελματικής τους πείρας ότι δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις αυτές.

Το βάρος απόδειξης της έλλειψης γνώσης βαρύνει τους διανομείς.

Επίσης οι διανομείς, οφείλουν να συμμετέχουν στην παρακολούθηση της ασφάλειας των προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο και να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα αποτελεσματικής συνεργασίας με τους παραγωγούς και τις αρμόδιες αρχές, ιδίως με τη διαβίβαση πληροφοριών που αφορούν τους κινδύνους των προϊόντων και με τη φύλαξη και την παροχή των αναγκαίων εγγράφων για τον εντοπισμό της προέλευσης των προϊόντων.

 

9.Όταν οι προμηθευτές γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν και της επαγγελματικής τους πείρας, ότι κάποιο προϊόν που έχουν διαθέσει στην αγορά παρουσιάζει κινδύνους για τον καταναλωτή ασυμβίβαστους με τη γενική επιταγή ασφάλειας, ενημερώνουν αμελλητί τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να προληφθούν οι κίνδυνοι για τους καταναλωτές.

10. Οι προμηθευτές υποχρεούνται να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήσεως των τελευταίων, για την υλοποίηση μέτρων με στόχο την αποτροπή των κινδύνων που παρουσιάζουν προϊόντα που προμηθεύουν ή έχουν προμηθεύσει.

11.Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών, ορίζονται  οι αρμόδιες για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των προϊόντων με τη γενική επιταγή ασφάλειας αρχές και καθορίζονται  τα καθήκοντα, οι εξουσίες, η οργάνωση και οι λεπτομέρειες συνεργασίας των εν λόγω αρχών μεταξύ τους καθώς και με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

12.Οι αποφάσεις της παραγράφου 5 που συνεπάγονται τη λήψη περιοριστικών μέτρων κοινοποιούνται επί αποδείξει στον ενδιαφερόμενο το συντομότερο δυνατόν. Κατά των αποφάσεων αυτών είναι δυνατή η εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα ημερών (30) άσκηση αιτιολογημένης προσφυγής ενώπιον του Υπουργού Ανάπτυξης. Αν ο Υπουργός δεν αποφανθεί εντός  εξήντα ημερών από την άσκηση της προσφυγής τεκμαίρεται ότι αυτή έχει γίνει δεκτή.
13. Δημόσιες αρχές που κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους διαπιστώνουν την ύπαρξη μη ασφαλών προϊόντων, υποχρεούνται να κοινοποιούν αμέσως τα σχετικά στοιχεία στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.
14. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων για συγκεκριμένα είδη ή κατηγορίες προϊόντων.
 

Άρθρο 9 – Ψυχική υγεία των ανηλίκων

 

1.    Οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά προϊόντα, τα οποία, εν όψει του προορισμού, της χρήσης ή των συνθηκών διάθεσης δεν παρουσιάζουν κινδύνους για την ψυχολογική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, προμηθευτής είναι και ο παραγωγός, ο αντιπρόσωπός του, ο εισαγωγέας και κάθε άλλος επαγγελματίας που συμμετέχει στην αλυσίδα εφοδιασμού και μπορεί να επηρεάσει τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και ο διανομέας.

 

2. Ως προϊόντα τα οποία ενέχουν κινδύνους για την ψυχολογική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων θεωρούνται ιδίως τα προϊόντα εκείνα τα οποία: 

(α) προκαλούν στους ανηλίκους ανησυχία, ανασφάλεια, φόβο, ταραχή,

(β) παροτρύνουν σε επιθετική συμπεριφορά και ειδικότερα σε χρήση ή άσκηση βίας,

(γ) προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και εμποδίζουν την ανάπτυξη μίας υγιούς συμπεριφοράς,

(δ) προτρέπουν στην υιοθέτηση αντικοινωνικών προτύπων        συμπεριφοράς καθώς και προτύπων επιζήμιων για το περιβάλλον,

(ε) καλλιεργούν διακρίσεις λόγω φυλής, φύλου, θρησκείας ή ιθαγένειας   

      ή και επαγγέλματος,

(στ) παροτρύνουν  σε επιβλαβείς για τους ίδιους τους ανήλικους εθισμούς

      και δραστηριότητες.

 

3. Για τα προϊόντα τα οποία υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλεπόμενες συνθήκες παρουσιάζουν σοβαρούς  κινδύνους για την ψυχολογική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ.5 και 11 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου.

 

4. Απαγορεύεται στους τηλεοπτικούς σταθμούς η μετάδοση διαφημίσεων παιδικών παιχνιδιών μεταξύ της 7ης και της 22ης ώρας του εικοσιτετραώρου. Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, οι τηλεοπτικοί σταθμοί λογίζονται ως προμηθευτές με την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4.

 

5. Στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης, συνιστάται Επιτροπή Προστασίας Ανηλίκων, ως συμβουλευτικό και γνωμοδοτικό όργανο, η οποία αποτελείται από έναν εκπρόσωπο του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, δύο μέλη ΔΕΠ με εξειδικευμένες γνώσεις σε θέματα παιδοψυχολογίας ή κοινωνιολογίας, έναν εκπρόσωπο του Συνηγόρου του Πολίτη, έναν εκπρόσωπο του Συνηγόρου Καταναλωτή, έναν εκπρόσωπο του Εθνικού Συμβουλίου Καταναλωτών προερχόμενο από τις ενώσεις καταναλωτών, έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης των Επιμελητηρίων Ελλάδος, έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Βιοτεχνών Παιχνιδιών  και έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης. Τα μέλη της Επιτροπής ως και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και η θητεία τους είναι διετής. Με την ίδια υπουργική απόφαση ρυθμίζεται η λειτουργία της  Επιτροπής και κάθε σχετικό θέμα. Η αμοιβή των μελών της Επιτροπής καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης.

 

6. Προϊόντα  που μπορεί να επηρεάσουν την ψυχική υγεία των ανηλίκων, πρέπει να ταξινομούνται από τους παραγωγούς, εισαγωγείς ή αντιπροσώπους τους στην Ελλάδα,  ανάλογα με τις ηλικιακές ομάδες στις οποίες απευθύνονται.

Τα κριτήρια ταξινόμησής τους, η επισήμανσή τους καθώς και η διαφήμισή  τους  δεν πρέπει να αντίκεινται  προς τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και προς τους κώδικες ορθής πρακτικής, οι οποίοι συντάσσονται  από την Επιτροπή της παραγράφου 3   σε συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς και το Υπουργείο Ανάπτυξης- Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.

 

7.   Οι Στις διατάξεις της  ως άνω παραγράφου υπάγονται και οι επισημάνσεις που πρέπει να υπάρχουν,  σε χώρους όπου έχουν πρόσβαση και παιδιά, με ευθύνη των επιχειρήσεων που διαθέτουν δωρεάν ή επί πληρωμή ηλεκτρονικά παίγνια στους καταναλωτές.

 

Άρθρο 10 - Ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες

 

1.       Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ή ηθική ζημία που προκάλεσε παρανόμως και υπαιτίως με πράξη ή παράλειψή του κατά την παροχή των υπηρεσιών στον καταναλωτή.

2.       Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας.

3.       Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας.

4.       Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας. Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της,

β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της υπηρεσίας

γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας,

δ) η αξία της παρεχομένης υπηρεσίας

ε) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας,

στ) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και

ζ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος.

5. Η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει άνευ ετέρου υπαιτιότητα.

6.       Οι διατάξεις για συνυπευθυνότητα, τη μείωση ή άρση της ευθύνης και την απαγόρευση απαλλακτικών ρητρών των παραγραφών 10, 11 και 12 του άρθρου 7 εφαρμόζονται αναλογικώς και στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες

7. Εάν η υπηρεσία δεν παρασχεθεί για λόγους που αφορούν τον παρέχοντα υπηρεσίες, τότε ο καταναλωτής δικαιούται να λάβει ό,τι κατέβαλε ως αντίτιμο για τη μη παρασχεθείσα υπηρεσία.

 

Άρθρο 11- Συμβάσεις με μονάδες αδυνατίσματος και επιχειρήσεις γυμναστηρίων

1. Συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που καταρτίζονται από τις μονάδες αδυνατίσματος κατά την έννοια του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. Υ 3Β/3215/3.6.98 (ΦΕΚ 655/Β’/1998) απόφασης και επιχειρήσεων γυμναστηρίων που έχουν ως σκοπό τη σωματική άσκηση ή την εκμάθηση αναγνωρισμένου ή μη αθλήματος, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίες παρέχονται και δεν ολοκληρώνονται σε μία επίσκεψη, είναι άκυρες υπέρ του καταναλωτή εάν δεν καταρτιστούν με έγγραφο στο οποίο να αναφέρονται τουλάχιστον:

α) το όνομα ή η επωνυμία και η πλήρης διεύθυνση του παρόχου των υπηρεσιών και αυτού που συμβάλλεται στο όνομα και για λογαριασμό του.

β) η χρονολογία και η πλήρης διεύθυνση του τόπου κατάρτισης της σύμβασης,

γ) η περιγραφή της φύσης και των χαρακτηριστικών των υπηρεσιών, ιδίως δε η επιμέρους διάρκεια και ο αριθμός τους

δ) οι όροι εκτέλεσης της σύμβασης και ιδίως ο τρόπος και ο χρόνος παροχής των υπηρεσιών,

ε) η ολική επιβάρυνση του καταναλωτή (η συνολική αξία του προγράμματος με ανάλυση της αξίας της κάθε μεμονωμένης υπηρεσίας που θα περιέχεται σε αυτό) και οι όροι πληρωμής και ιδίως, σε περίπτωση πίστωσης του τιμήματος ή πληρωμής με δόσεις, το πραγματικό επιτόκιο και το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο επιτοκίου και

στ) το κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δικαίωμα υπαναχώρησης και, σε χωριστό έντυπο, υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης του καταναλωτή από τη σύμβαση.

2.Στις ανωτέρω συμβάσεις ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να υπαναχωρήσει αναιτιολογήτως εντός εξήντα (60) ημερών από την επομένη της υπογραφής της σύμβασης.

3. Στην περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης που του αναγνωρίζεται από την παράγραφο 2, υποχρεούται να πληρώσει, το συντομότερο δυνατόν, μόνο για την υπηρεσία που του έχει όντως παρασχεθεί. Το πληρωτέο ποσό δεν μπορεί:
   -  να υπερβαίνει ποσό ανάλογο με την έκταση της υπηρεσίας που ήδη παρασχέθηκε, σε σχέση με το σύνολο των παροχών που προβλέπει η σύμβαση.
   -  σε καμία περίπτωση να είναι τέτοιο που να μπορεί να εκληφθεί ως ποινή.

 

4.Σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης από τον καταναλωτή κατά τα ανωτέρω, ο πάροχος των υπηρεσιών υποχρεούται να επιστρέψει τα καταβληθέντα από τον καταναλωτή ποσά εντός τριάντα (30) ημερών.

5. Παραίτηση του καταναλωτή από το δικαίωμα υπαναχώρησης είναι άκυρη.

6. Στις περιπτώσεις που το τίμημα καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από πίστωση η οποία χορηγείται στον καταναλωτή είτε από τον προμηθευτή είτε από τρίτον, δυνάμει συμφωνίας συναπτόμενης μεταξύ του τρίτου και του προμηθευτή, τότε, εφόσον ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, μπορεί να καταγγελθεί κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και η σύμβαση πίστωσης, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Οι μονάδες αδυνατίσματος και οι επιχειρήσεις γυμναστηρίων υποχρεούνται να ενημερώσουν σχετικά τον τρίτο, προκειμένου αυτός να προχωρήσει στην διακοπή περαιτέρω πληρωμών για το μέρος του προγράμματος του οποίου δεν πρόκειται να γίνει χρήση ένεκα της γενόμενης υπαναχώρησης.

7. Σε περίπτωση που το τίμημα καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από πίστωση η οποία χορηγείται στον καταναλωτή είτε από τον προμηθευτή είτε από τρίτον, δυνάμει συμφωνίας συναπτόμενης μεταξύ του τρίτου και του προμηθευτή και κατά την διάρκεια της σύμβασης ο προμηθευτής πτωχεύσει ή για οποιονδήποτε λόγο παύσει τις εργασίες του, τότε ο πιστωτής δικαιούται να ζητήσει από τον καταναλωτή μόνο το τίμημα για το οποίο έχουν παρασχεθεί οι υπηρεσίες και μέχρι το χρόνο που υπήρχε η δυνατότητα παροχής των υπηρεσιών.

 

Άρθρο 12 διαφήμιση

1.       Η μετάδοση διαφημιστικού μηνύματος απευθείας στον καταναλωτή μέσω τηλεφώνου, τηλεομοιοτυπίας (φαξ), ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αυτόματης κλήσης ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου επικοινωνίας επιτρέπεται μόνο αν συναινεί ρητά ο καταναλωτής.

2.       Ανεξάρτητα από τον περιορισμό της προηγούμενης παραγράφου, η μετάδοση διαφημιστικού μηνύματος απευθείας στον καταναλωτή με οποιονδήποτε τρόπο άμεσης επικοινωνίας (άμεση διαφήμιση) επιτρέπεται μόνο αν ο προμηθευτής ή άλλος για λογαριασμό του προμηθευτή κάνει χρήση στοιχείων ή πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα του καταναλωτή που περιήλθαν σε γνώση του από προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις του με τον καταναλωτή, από γενικά προσιτές πηγές, όπως κατάλογο ή άλλα δημοσιευμένα στοιχεία, ή από άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον ο καταναλωτής εγκρίνει ρητά τη μεταβίβαση των προσωπικών του στοιχείων για το σκοπό της άμεσης διαφήμισης. Ο διαφημιστής είναι υποχρεωμένος να αναφέρει στον καταναλωτή τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν σε γνώση του τα προσωπικά στοιχεία του καταναλωτή.

3.       Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2, ο προμηθευτής οφείλει να διακόψει κάθε μορφή άμεσης διαφήμισης και να διαγράψει τα προσωπικά στοιχεία του καταναλωτή, εφόσον το ζητήσει ο καταναλωτής.

4.       Η άμεση διαφήμιση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην προσβάλλει την ιδιωτική ζωή του καταναλωτή.

5. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να θεσπίζονται ειδικοί κανόνες για τη διαφήμιση ειδικών κατηγοριών προϊόντων ή υπηρεσιών ώστε να εξασφαλίζεται η πραγματική δυνατότητα του καταναλωτή να πληροφορείται τις τιμές και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων και υπηρεσιών για να μπορεί να κρίνει την ποιότητα και την τιμή.

 

Άρθρο  13 Αθέμιτες Εμπορικές Πρακτικές

 

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου νοούνται ως

α) καταναλωτής, κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα

β) προμηθευτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενεργεί για σκοπούς που σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό του

γ) προϊόν, κάθε αγαθό ή υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της ακίνητης περιουσίας, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων

δ) εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ ενός προμηθευτή, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές

ε) ουσιώδης στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς των καταναλωτών, η χρήση της εμπορικής πρακτικής με σκοπό τη σημαντική μείωση της ικανότητας του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, με επακόλουθο ο καταναλωτής να λάβει μια απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα ελάμβανε

στ) κώδικας συμπεριφοράς, κάθε συμφωνία ή σύνολο κανόνων που δεν επιβάλλονται από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη και καθορίζουν, όσον αφορά μια ή περισσότερες συγκεκριμένες εμπορικές πρακτικές ή επιχειρηματικούς τομείς, τη συμπεριφορά των προμηθευτών που αναλαμβάνουν να δεσμεύονται από τον κώδικα

ζ) ιδιοκτήτης κώδικα, κάθε οντότητα, συμπεριλαμβανομένων ενός προμηθευτή ή μιας ομάδας προμηθευτών, η οποία είναι υπεύθυνη για τη διατύπωση και αναθεώρηση ενός κώδικα συμπεριφοράς και/ή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τον κώδικα όσων έχουν αναλάβει να δεσμεύονται από αυτόν.   

η) επαγγελματική ευσυνειδησία, το μέτρο της ειδικής τεχνικής ικανότητας και μέριμνας που ευλόγως αναμένεται να επιδεικνύει ένας προμηθευτής προς τους καταναλωτές, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην έντιμη πρακτική της αγοράς και/ή τη γενική αρχή της καλής πίστης, στον τομέα δραστηριοτήτων του προμηθευτή

θ) πρόσκληση για αγορά, η εμπορική επικοινωνία στην οποία αναφέρονται χαρακτηριστικά του προϊόντος και η τιμή με τρόπο που ενδείκνυται για τα μέσα της εμπορικής επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται, ούτως ώστε να έχει ο καταναλωτής τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει την αγορά.

ι) κατάχρηση επιρροής, η εκμετάλλευση της θέσης ισχύος σε σχέση με τον καταναλωτή για την άσκηση πίεσης ακόμα και χωρίς τη χρήση ή την απειλή σωματικής βίας, με τρόπο που περιορίζει σημαντικά την ικανότητα του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση.

ια) απόφαση συναλλαγής, απόφαση που λαμβάνει ο καταναλωτής για το κατά πόσο, πως και υπό ποιους όρους θα πραγματοποιήσει αγορά, θα καταβάλλει τίμημα πλήρως ή εν μέρει, θα κρατήσει ή θα διαθέσει το προϊόν ή θα ασκήσει συμβατικό δικαίωμα επί του προϊόντος, είτε ο καταναλωτής αποφασίσει να προβεί σε ενέργεια είτε όχι.

                            

1. Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, που υιοθετούνται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της εμπορικής συνεργασίας σχετιζόμενη με συγκεκριμένο προϊόν.

2. Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη, όταν είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας, και στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή, στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών.

3. Εμπορικές πρακτικές που ενδέχεται να στρεβλώνουν ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά μόνο μιας σαφώς προσδιοριζόμενης ομάδας καταναλωτών που είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι ως προς την πρα­κτική αυτή ή ως προς το συγκεκριμένο προϊόν λόγω πνευματικής ή σωματικής αναπηρίας, ηλικίας ή απειρίας, με τέτοιο τρόπο ώστε ο προμηθευτής να μπορεί ευλόγως να το προβλέψει, εκτιμώνται υπό το πρίσμα του μέσου μέλους της συγκεκριμένης ομάδας. Αυτό ισχύει υπό την επιφύλαξη της κοινής και θεμιτής διαφημιστικής πρακτικής της διατύπωσης δηλώσεων που ενέχουν υπερβολές ή δηλώσεων οι οποίες δεν αναμένεται να εκληφθούν, ως έχουν, στην κυριολεξία τους.

4. Εμπορικές πρακτικές, είναι αθέμιτες, ιδίως όταν είναι παραπλανητικές, όπως καθορίζεται στο άρθρο 14, 15, 16 και επιθετικές όπως καθορίζεται στο άρθρο 17 και 18.

 

Άρθρο 14  Παραπλανητικές πράξεις

1. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι συνεπώς  αναληθής ή, όταν, με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της συν­ολικής παρουσίασης της, εξαπατά ή ενδέχεται να εξαπατήσει το μέσο καταναλωτή, ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι, αντικειμενικά, ορθές όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται κατωτέρω και, ούτως ή άλλως, τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία, διαφορετικά, δεν θα ελάμβανε:

α)    η ύπαρξη ή η φύση του προϊόντος

β) τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος όπως είναι η διαθεσιμότητα, τα οφέλη, οι κίνδυνοι, η εκτέλεση, η σύνθεση, τα συνοδευτικά εξαρτήματα, η μετά την πώληση υποστήριξη προς τον καταναλωτή και η αντιμετώπιση των παραπόνων, η μέθοδος και η ημερομηνία κατασκευής ή παροχής, η παράδοση, η καταλληλότητα, η χρήση, η ποσότητα, οι προδιαγραφές, η γεω­γραφική ή εμπορική προέλευση ή τα αναμενόμενα από τη χρήση του προϊόντος αποτελέσματα, ή τα αποτελέσματα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων του προϊόντος·

γ) η έκταση των δεσμεύσεων του προμηθευτή, τα κίνητρα για την εμπορική πρακτική και η φύση της διαδικασίας πωλήσεων, κάθε δήλωση ή σύμβολο που αφορά άμεση ή έμμεση χορηγία ή έγκριση του προμηθευτή ή του προϊόντος·

δ) η τιμή ή ο τρόπος υπολογισμού της ή η ύπαρξη ειδικής πλεονε­κτικής τιμής·

ε)  η   ανάγκη   υπηρεσίας,   ανταλλακτικού,   αντικατάστασης   ή επισκευής·

στ) η φύση, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα δικαιώματα του προμηθευτή ή του πράκτορα του, όπως είναι η ταυτότητα και τα περιουσιακά στοιχεία του, τα προσόντα του, η ιδιότητα, η έγκριση, η εταιρική σχέση, η σύνδεση και η κυριότητα δικαιωμάτων βιομηχανικής, εμπορικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας ή τα βραβεία και οι διακρίσεις του  

ζ) τα δικαιώματα του καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αντικατάστασης ή επιστροφής κατά την οδηγία 1999/44/ΕΚ, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, ή των κινδύνων που μπορεί να αντιμετωπίσει ο καταναλωτής.

 

2. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται επίσης παραπλανητική όταν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει το μέσο καταναλωτή να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δεν θα ελάμβανε, και η πρακτική περιλαμβάνει:

 

α) κάθε προσπάθεια προώθησης προϊόντος (μάρκετινγκ), συμπεριλαμβανομένης της συγκρι­τικής διαφήμισης, που δημιουργεί σύγχυση με προϊόντα, εμπο­ρικά σήματα, εμπορικές επωνυμίες και άλλα διακριτικά γνωρίσματα ενός ανταγωνιστή-

β) μη συμμόρφωση του προμηθευτή προς τις δεσμεύσεις που περιέχουν κώδικες συμπεριφοράς με τους οποίους ανέλαβε να δεσμευτεί, όταν η δέσμευση δεν είναι προγραμματική αλλά είναι ρητή και μπορεί να εξακριβωθεί, και ο προμηθευτής αναφέρει σε μια εμπορική πρακτική ότι δεσμεύεται από τον κώδικα.

 

Άρθρο 15  Παραπλανητικές παραλείψεις

1. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, καθώς και των περιορισμών του συγκεκριμένου μέσου επικοινωνίας, παραλείπει ουσιώδεις πληροφορίες που χρειάζεται ο μέσος καταναλωτής, ανάλογα με το συγκεκριμένο πλαίσιο, για να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλ­λαγής, και ως εκ τούτου τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δεν θα ελάμβανε.

2. Παραπλανητική παράλειψη τεκμαίρεται και όταν ο προμηθευτής αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατάληπτο, διφορούμενο ή εκτός χρόνου κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1, ή όταν δεν προσδιορίζει την εμπορική επιδίωξη της εμπορικής πρακτικής, εφόσον αυτή δεν είναι ήδη προφανής από το συγκεκριμένο πλαίσιο και όταν, και στις δύο περιπτώσεις , τούτο έχει ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να λάβει ο μέσος καταναλωτής απόφαση για συναλλαγή την οποία, διαφορετικά, δεν θα είχε λάβει.

3. Όταν το μέσο που χρησιμοποιείται για την ανακοίνωση της εμπορικής πρακτικής επιβάλλει περιορισμούς τόπου ή χρόνου, οι περιορισμοί αυτοί καθώς και τα μέτρα που λαμβάνει ο προμηθευτής για να καταστήσει την πληροφορία προσιτή στους καταναλωτές με άλλο τρόπο, λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να καθοριστεί αν η πληροφορία έχει παραλειφθεί.

4. Στην περίπτωση της πρόσκλησης για αγορά, θεωρούνται ουσιώδεις οι ακόλουθες πληροφορίες, εάν δεν είναι ήδη προφανείς από το συγκεκριμένο πλαίσιο:

α) τα κύρια χαρακτηριστικά του  προϊόντος, στο  βαθμό που ενδείκνυνται σε σχέση με το μέσο και το προϊόν

β) η γεωγραφική διεύθυνση και η ταυτότητα του προμηθευτή, όπως η εμπορική επωνυμία του και όπου ενδείκνυται, η γεωγρα­φική διεύθυνση και η ταυτότητα του προμηθευτή για λογα­ριασμό του οποίου ενεργεί·

γ) η τιμή, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, ή αν, λόγω της φύσεως του προϊόντος, η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η τιμή, και, όπου ενδείκνυται, όλες οι πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις ευλόγως δεν μπορούν να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις-

δ) οι  ρυθμίσεις για την  πληρωμή,  παράδοση,  εκτέλεση  και αντιμετώπιση παραπόνων, εφόσον αποκλίνουν από τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας-

 ε)  για  προϊόντα  και   συναλλαγές   όπου   υφίσταται   δικαίωμα υπαναχώρησης ή ακύρωσης, η ύπαρξη αυτού του δικαιώματος.

στ)  Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που θεσπίζονται από το κοινοτικό δίκαιο, σχετικά με την εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης ή του μάρκετινγκ, θεωρούνται ουσιώδεις.

 

Άρθρο 16

1. Απαγορεύονται ως παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές  οι συνιστάμενες  ιδίως σε

1.       Ισχυρισμό ότι πρόκειται για συμβαλλόμενο σε κώδικα συμπεριφοράς, ενώ ο προμηθευτής δεν είναι συμβαλλόμενος.

2.       Χρησιμοποίηση σήματος ή αντίστοιχου διακριτικού χωρίς την αντίστοιχη άδεια.

3.       Ισχυρισμό ότι ένας κώδικας συμπεριφοράς έχει την έγκριση δημόσιου ή άλλου φορέα, ενώ δεν την έχει.

4. Ισχυρισμό ότι ο προμηθευτής (συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών πρακτικών του) ή ένα προϊόν έχει την έγκριση, την επικύρωση ή την άδεια δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα ενώ δεν την έχει, ή παρόμοιος ισχυρισμός ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στους όρους της έγκρισης, της επικύρωσης ή της άδειας.

5. Πρόσκληση για αγορά προϊόντων σε μια καθορισμένη τιμή, χωρίς να γίνεται γνωστή η ύπαρξη των οποιωνδήποτε εύλογων λόγων μπορεί να έχει ο προμηθευτής να πιστεύει ότι δεν  θα μπορέσει να προμηθεύσει ή να αναθέσει σε άλλο προμηθευτή να προμηθεύσει τα προϊόντα αυτά ή ισοδύναμα τους στην τιμή αυτή μέσα σε εύλογο διάστημα και σε εύλογες ποσότητες, λαμβανομένου υπόψη του προϊόντος της κλίμακας διαφήμισης του προϊόντος και της τιμής που προσφέρεται (διαφήμιση «δόλωμα»).

6. Πρόσκληση για αγορά προϊόντων σε καθορισμένη τιμή και στη συνέχεια: α) άρνηση επίδειξης του διαφημιζόμενου προϊόντος στους καταναλωτές, β) άρνηση λήψης παραγγελιών για το προϊόν ή παράδοση τους σε εύλογο χρόνο, γ)    επίδειξη ενός ελαττωματικού δείγματος του, με πρόθεση προώθησης ενός άλλου προϊόντος («δόλωμα και μεταστροφή»).

7. Ψευδή δήλωση ότι το προϊόν θα είναι διαθέσιμο για πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, ή ότι θα διατίθεται μόνο υπό ειδικούς όρους επί πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να προκληθεί η λήψη άμεσης απόφασης και να στερηθεί από τους καταναλωτές η δυνατότητα ή ο χρόνος να προβούν σε τεκμηριωμένη επιλογή.

8. Ανάληψη της υποχρέωσης παροχής υπηρεσιών υποστήριξης μετά την πώληση σε καταναλωτές με τους οποίους ο προμηθευτής είχε επικοινωνήσει πριν από τη συναλλαγή σε γλώσσα που δεν είναι επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο προμηθευτής και στη συνέχεια διάθεση αυτής της υπηρεσίας μόνο σε άλλη γλώσσα, χωρίς αυτό να έχει καταστεί γνωστό στον καταναλωτή πριν να δεσμευθεί για τη συναλλαγή.

9.  Δήλωση ή με άλλο τρόπο δημιουργία της εντύπωσης ότι ένα προϊόν μπορεί να πωλείται νόμιμα ενώ δεν μπορεί.

10.   Παρουσίαση των δικαιωμάτων που παρέχει ο νόμος στον καταναλωτή ως ειδικό χαρακτηριστικό της προσφοράς του προμηθευτή.

11. Χρήση ανακοινώσεων στα μέσα, για την προώθηση ενός προϊόντος, πληρωμένων από τον προμηθευτή, χωρίς αυτό να γίνεται σαφές από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης ή από εικόνα ή ήχο σαφώς αναγνωρίσιμα από τον καταναλωτή (κεκαλυμμένη διαφήμιση), με την επιφύλαξη της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ, όπως ισχύει.

12.  Διατύπωση ουσιωδώς ανακριβούς ισχυρισμού όσον αφορά τη φύση ή την έκταση του κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια του καταναλωτή ή της οικογένειας του αν ο καταναλωτής δεν αγοράσει το προϊόν.

13. Προώθηση παρόμοιου προϊόντος με εκείνο που προσφέρει συγκεκριμένος κατασκευαστής, με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπλανάται σκόπιμος ο καταναλωτής ότι έχει κατασκευασθεί από τον συγκεκριμένο κατασκευαστή, ακόμα και όταν δεν συμβαίνει αυτό.

14. Δημιουργία, λειτουργία ή προώθηση ενός πυραμιδωτού συστήματος πωλήσεων, όπου ο καταναλωτής θεωρεί ότι έχει την ευκαιρία να έχει όφελος περισσότερο με την εισαγωγή άλλων καταναλωτών στο σύστημα παρά με την πώληση ή την κατανάλωση των προϊόντων.

15.    Ισχυρισμό ότι ο προμηθευτής πρόκειται να σταματήσει τη δραστηριότητα του ή να μετακομίσει, ενώ αυτό δεν ισχύει.

16.    Ισχυρισμό ότι τα προϊόντα μπορούν να διευκολύνουν το κέρδος σε τυχερά παιχνίδια.

17.    Αναληθή ισχυρισμό ότι προϊόν είναι σε θέση να θεραπεύει ασθένεια, δυσλειτουργίες ή δυσμορφίες.

18. Διάδοση ουσιωδώς ανακριβών πληροφοριών σχετικά με τις συνθήκες της αγοράς ή τη δυνατότητα εύρεσης του προϊόντος, προκειμένου να παροτρυνθεί ο καταναλωτής να αποκτήσει το προϊόν υπό όρους λιγότερο ευνοϊκούς από ό,τι στις κανονικές συνθήκες της αγοράς.

19.  Ισχυρισμό σε μία εμπορική πρακτική διεξαγωγής διαγωνισμού ή καταβολής επάθλων χωρίς τη χορήγηση των περιγραφόμενων επάθλων ή του ισοδυνάμου τους.

20. Περιγραφή του προϊόντος ως «δωρεάν», «χωρίς επιβάρυνση» ή αντίστοιχη διατύπωση αν ο καταναλωτής οφείλει να καταβάλει άλλη πληρωμή πλην του αναπόφευκτου κόστους για την απάντηση στην εμπορική πρακτική ή για την παραλαβή ή την παράδοση του αντικειμένου.

21.   Προσθήκη στο υλικό μάρκετινγκ τιμολογίου ή αντίστοιχου εγγράφου με το οποίο ζητείται πληρωμή και το οποίο παρέχει στον καταναλωτή την εντύπωση ότι έχει ήδη παραγγείλει το προϊόν, ενώ αυτό δεν ισχύει.

22.  Ψευδή ισχυρισμό ή δημιουργία της εντύπωσης ότι ο προμηθευτής δεν ενεργεί για σκοπούς που συνδέονται με την εμπο­ρική δραστηριότητα του, την επιχείρηση, την τέχνη ή το επιτήδευμα του, ή υποδυόμενος ψευδώς τον καταναλωτή.

23.  Δημιουργία της ψευδούς εντύπωσης ότι οι υπηρεσίες μετά την πώληση του προϊόντος διατίθενται σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στο οποίο πωλείται το προϊόν.

 

Άρθρο 17 Επιθετικές Εμπορικές Πρακτικές

1. Μια εμπορική πρακτική θεωρείται επιθετική εάν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, χρησιμοποιεί παρενόχληση, καταναγκασμό, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρηση επιρροής και, ως εκ τούτου, παρεμποδίζει σημαντικά ή ενδέχεται να παρεμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς το προϊόν, με αποτέλεσμα να τον οδηγεί ή να είναι πιθανόν να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα ελάμβανε.

2. Για να κριθεί εάν μια εμπορική πρακτική κάνει χρήση παρενόχλησης, καταναγκασμού, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρησης επιρροής, λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία της και κυρίως :

α)    η χρονική στιγμή, ο τόπος, η φύση ή η επιμονή-

β)    η   χρήση    απειλητικών  ή προσβλητικών εκφράσεων ή συμπεριφοράς·

γ) η εκμετάλλευση, από τον προμηθευτή, κάθε συγκεκριμένης ατυχίας ή περίστασης, την οποία γνωρίζει και η οποία είναι τόσο σοβαρή ώστε να διαταράσσει την κρίση του καταναλωτή, προκειμένου να επηρεάσει την απόφαση του όσον αφορά το προϊόν-

δ) κάθε επαχθές ή δυσανάλογο μη συμβατικό εμπόδιο που επιβάλλει ο προμηθευτής σε περίπτωση που ο καταναλωτής επιθυμεί να ασκήσει τα δικαιώματα του στο πλαίσιο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων λύσης της σύμβασης ή μετάβασης σε άλλο προϊόν ή σε άλλον προμηθευτή-

ε) κάθε απειλή για λήψη μέτρου που δεν μπορεί να ληφθεί νομίμως.

 

 

Άρθρο 18

Απαγορεύονται ως επιθετικές εμπορικές πρακτικές οι συνιστάμενες  ιδίως σε

1. Δημιουργία της εντύπωσης ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να εγκαταλείψει το χώρο έως ότου συναφθεί η σύμβαση.

2. Προσωπικές επισκέψεις στο σπίτι του καταναλωτή κατά τις οποίες αγνοείται το αίτημα του καταναλωτή για αποχώρηση ή μη επάνοδο, εκτός από περιστάσεις και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται για να επιβληθεί η εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης.

3. Συνεχή και ανεπιθύμητη άγρα πελατών σε δημόσιους χώρους, μέσω τηλεφώνου, φαξ ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλων μέσων εξ αποστάσεως, εκτός από περιστάσεις και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται για να επιβληθεί εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης με την επιφύλαξη του άρθρου 10 της οδηγίας 9 7/7/ΕΚ και των οδηγιών 95/46/ΕΚ και 2002/58/ΕΚ.

4. Απαίτηση από τον καταναλωτή που επιθυμεί να προβάλλει απαίτηση δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου να προσκομίσει έγγραφα που δεν θα μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν συναφή για την απόδειξη της αξίωσης ή συστηματική αποφυγή απάντησης στη σχετική αλληλογραφία, έτσι ώστε να αποθαρρυνθεί ο καταναλωτής από την άσκηση των συμβατικών του δικαιωμάτων.

5.   Ένταξη σε διαφήμιση άμεσης πιεστικής πρόσκλησης προς τα παιδιά να αγοράσουν ή να πείσουν τους γονείς τους ή άλλα ενήλικα άτομα να τους αγοράσουν διαφημιζόμενα προϊόντα, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ σχετικά με τις τηλεοπτικές μεταδόσεις.

6.   Απαίτηση άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής ή επιστροφής ή φύλαξης για προϊόντα που έχει προμηθεύσει  ο προμηθευτής αλλά δεν έχουν παραγγελθεί από τον καταναλωτή, εκτός αν το προϊόν αποτελεί υποκατάστατο που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 της οδηγίας 97/7/ΕΚ (παροχή μη παραγγελθέντων).

7.   Ρητή ενημέρωση του καταναλωτή ότι αν δεν αγοράσει το προϊόν ή την υπηρεσία τίθεται σε κίνδυνο το επάγγελμα ή η ζωή του προμηθευτή.

8.  Δημιουργία της ψευδούς εντύπωσης ότι ο καταναλωτής έχει ήδη κερδίσει, πρόκειται να κερδίσει, ή αν προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια, θα κερδίσει έπαθλο ή θα αποκομίσει άλλο αντίστοιχο όφελος, ενώ στην πραγματικότητα δεν υφίσταται έπαθλο ή άλλο αντίστοιχο όφελος ή η δυνατότητα διεκδίκησης του επάθλου ή άλλου οφέλους προϋποθέτει την καταβολή χρημάτων από τον καταναλωτή ή συνεπάγεται δαπάνη.

 

Άρθρο 19

- Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων των άρθρων 13 έως και 18, ο μεμονωμένος καταναλωτής μπορεί να ζητήσει άρση της προσβολής και παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και αποζημίωση.

-      Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 13 έως και 18, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, κατόπιν αιτήσεως του διαδίκου, τη δημοσίευση της απόφασης, που διατάσσει την παύση της αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, εν όλω ή εν μέρει και να απαιτήσει επιπλέον και τη δημοσίευση επανορθωτικής δήλωσης εκ μέρους του παραβάτη.

-        Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 13 έως και 18, το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται σε μια εμπορική πρακτική, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, εν όψει των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης και λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα όλων των διαδίκων. Εφόσον τα στοιχεία αυτά δεν προσκομιστούν ή θεωρηθούν ανεπαρκή, το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς του προμηθευτή.

-        Ο έλεγχος των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών των άρθρων 13 έως και 18, μπορεί να γίνει και από ιδιοκτήτες κωδίκων συμπεριφοράς, εφόσον οι διαδικασίες ενώπιον των φορέων αυτών, προβλέπονται επιπροσθέτως της δικαστικής και της διοικητικής διαδικασίας. Η προσφυγή σε παρόμοιους φορείς δεν σημαίνει παραίτηση από το δικαίωμα δικαστικής ή διοικητικής προσφυγής.          

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ - ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 20 - Ενώσεις καταναλωτών - Συλλογικά μέσα προστασίας

1.       Οι ενώσεις καταναλωτών συγκροτούνται ως σωματεία και διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και του Αστικού Κώδικα. Οι ενώσεις καταναλωτών έχουν αποκλειστικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Εκπροσωπούν τους καταναλωτές στα όργανα στα οποία προβλέπεται η εκπροσώπηση καταναλωτών, ενημερώνουν και συμβουλεύουν τους καταναλωτές, τους αντιπροσωπεύουν δικαστικά και εξώδικα και ασκούν συλλογικές αγωγές κατά τις διατάξεις του νόμου.

2. Οι ενώσεις καταναλωτών μπορούν να οργανώνονται και σε ενώσεις καταναλωτών δεύτερου βαθμού. Για την συγκρότηση ενώσεως καταναλωτών σε δεύτερο βαθμό απαιτείται συμμετοχή τριών τουλάχιστον ενώσεων καταναλωτών του πρώτου. Περαιτέρω οργάνωση των ενώσεων καταναλωτών δεν αποκλείεται, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων για τις ενώσεις καταναλωτών δεύτερου βαθμού.

3. Μέλη της ένωσης καταναλωτών είναι μόνο φυσικά πρόσωπα. Μέλη ένωσης καταναλωτών δεύτερου βαθμού είναι μόνο ενώσεις καταναλωτών του πρώτου βαθμού. Για να συσταθεί ένωση καταναλωτών πρώτου βαθμού χρειάζονται εκατό τουλάχιστον ενεργά μέλη. Σε δήμους με πληθυσμό μέχρι πέντε χιλιάδων κατοίκων αρκούν είκοσι ενεργά μέλη. Ενώσεις καταναλωτών μπορούν να ιδρύουν γραφεία και σε άλλες περιοχές, πλην της έδρας τους. Κανείς δεν επιτρέπεται να συμμετέχει σε περισσότερες από μία ενώσεις καταναλωτών. Οι ενώσεις καταναλωτών μπορούν να συμμετέχουν μόνο σε μια  ένωση καταναλωτών δεύτερου βαθμού. 
4. Οι ενώσεις καταναλωτών αποκτούν νομική προσωπικότητα με την εγγραφή τους στο μητρώο ενώσεων κατα­ναλωτών. Εγγραφή στο βιβλίο σωματείων δεν απαιτείται, οι διατάξεις όμως που το διέπουν εφαρμόζονται αναλόγως για το μητρώο ενώσεων καταναλωτών.
5. Οι ενώσεις καταναλωτών τηρούν τα ακόλουθα βιβλία, που αριθμούνται και θεωρούνται από το Γραμματέα του Πρωτοδικείου της έδρας τους: α) Το βιβλίο Μητρώου μελών. Στο βιβλίο Μητρώου μελών της ένωσης πρώτου βαθμού αναγράφονται αριθμημένα το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα, η διεύθυνση κατοικίας, ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας, ο αριθμός φορολογικού μητρώου και οι χρονολογίες εγγραφής και διαγραφής κάθε μέλους. Στο βιβλίο Μητρώου Μελών ένωσης καταναλωτών δεύτερου βαθμού αναγράφονται η επωνυμία, η έδρα, ο αριθμός των εγγεγραμμένων μελών τους, οι χρονολογίες εγγραφής και διαγραφής τους,  και οι δικαστικές αποφάσεις  έγκρισης ή τροποποίησης των καταστατικών των ενώσεων καταναλωτών, β) Βιβλίο Πρακτικών συνεδριάσεων Γενικών Συνελεύσεων των μελών, γ) Βιβλίο Πρακτικών συνεδριάσεων διοίκησης, δ) Βιβλίο Ταμείου, όπου καταχωρίζονται κατά χρονολογική σειρά όλες οι εισπράξεις και πληρωμές και ε) Βιβλίο Περιουσίας, όπου καταγράφονται όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της ένωσης.
 
6.          Πόροι των ενώσεων καταναλωτών είναι αποκλειστικά:
α) Τα δικαιώματα εγγραφής, οι συνδρομές και οι εθελοντικές εισφορές των μελών. 
β) Τα εισοδήματα από την αξιοποίηση της περιουσίας τους.
γ) Δωρεές, κληρονομίες, κληροδοσίες, καθώς και εισπράξεις από διάθεση εντύπων και δημοσίων εκδηλώσεων. 
δ) κρατική επιχορήγηση ή επιχορήγηση από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και
ε) επιχορήγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διεθνών οργανισμών και διεθνών ενώσεων καταναλωτών.
στ) ποσοστό 35% επί των εκ της παρ. 18 του παρόντος, επιδικαζομένων ποσών.

7. Αιτήσεις επιχορήγησης ενώσεων καταναλωτών όλων των βαθμών υποβάλλονται στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή. Την αίτηση επί ποινή απόρριψης συνοδεύουν προϋπολογισμός λειτουργικών εξόδων και δράσεών της για το επόμενο έτος, καθώς και αναλυτικός απολογισμός του προηγούμενου έτους. Η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή αξιολογεί και επιχορηγεί στο μέτρο των δυνατοτήτων της τις προτεινόμενες δράσεις.  

Αιτήσεις επιχορήγησης ενώσεων καταναλωτών όλων των βαθμών, προς οιονδήποτε άλλο φορέα, διαβιβάζονται μέσω της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης, στον φορέα προς τον οποίο απευθύνονται.

8.       Απαγορεύεται να δέχονται οι ενώσεις καταναλωτών δωρεές, εισφορές και ενισχύσεις κάθε είδους, από προμηθευτές ή οργανώσεις τους, καθώς και από πολιτικά κόμματα ή άλλες πολιτικές οργανώσεις.

Στην έννοια του προμηθευτή περιλαμβάνονται και τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν θέσεις προέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή διαχειριστών κεφαλαιουχικών εταιριών.

Λοιπά φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται σε εμπορικές εταιρείες δεν επιτρέπεται να χρηματοδοτούν ενώσεις καταναλωτών με ποσό πέραν των 1.000 ευρώ ανά έτος.

Απαγορεύεται στις ενώσεις καταναλωτών οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση διαφήμιση επιχειρήσεων.

9.  Στο Υπουργείο Ανάπτυξης τηρείται μητρώο ενώσεων καταναλωτών όλων των βαθμών όλης της χώρας. Το μητρώο είναι δημόσιο βιβλίο. Καθένας μπορεί να το συμβουλευτεί και να ζητήσει αντίγραφο ή πιστοποιητικό οποιασδήποτε εγγραφής του. Ο αριθμός μητρώου ενώσεων καταναλωτών εγγράφεται υποχρεωτικά στα έντυπα, στη σφραγίδα και στα έγγραφα των ενώσεων καταναλωτών.

10.Συστήνεται τριμελής επιτροπή, αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή ως πρόεδρο, ένα μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Αγοράς και Καταναλωτή (ΕΣΑΚ) από τους εκπροσώπους των ενώσεων καταναλωτών και ένα μέλος του ΕΣΑΚ από τους εκπροσώπους των φορέων της Αγοράς που εκλέγονται προς τούτο κατά την πρώτη συνεδρίαση του ΕΣΑΚ κάθε έτους. Η θητεία των μελών είναι διετής και τα μέλη δεν είναι επανεκλέξιμα για την αμέσως επόμενη διετία. Έργο της επιτροπής είναι η πιστοποίηση πραγματικής λειτουργίας των ενώσεων καταναλωτών και τήρησης των οριζομένων στην παρ. 8 του παρόντος. Ενώσεις καταναλωτών κατά την έννοια του παρόντος νόμου νοούνται οι πιστοποιημένες ενώσεις.

Η πιστοποίηση ανακαλείται σε περίπτωση που ενώσεις καταναλωτών και των δύο βαθμών δεν παρουσιάζουν καμία δράση για δύο συνεχή έτη ή δεν συμμορφώνονται με τα οριζόμενα στην παρ. 8 του παρόντος.

Οι αδρανείς αυτές ενώσεις καταναλωτών δεν δικαιούνται κρατικής επιχορήγησης ή επιχορήγησης από Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού.

11. Οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1264/1982, όπως ισχύει, και των παρ. 2 - 5 του άρθρ. 6 του Ν.Δ. 4361/1964 εφαρμόζονται αναλογικά για τις αρχαιρεσίες των ενώσεων καταναλωτών πρώτου και δεύτερου βαθμού.

12. Κάθε ένωση καταναλωτών έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει πληροφορίες για θέματα που ανάγονται στα συμφέροντα του καταναλωτικού κοινού από τις δημόσιες υπηρεσίες, τους δημόσιους οργανισμούς, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις γενικού οικονομικού συμφέροντος και τις ανεξάρτητες επιτροπές που λειτουργούν στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

13.     Κάθε ένωση καταναλωτών νομιμοποιείται να ζητεί για τα δικαιώματα των μελών της ως καταναλωτών έννομη προστασία, δικαστικώς ή διοικητικώς, οποιασδήποτε μορφής. Ιδίως νομιμοποιείται να ασκεί αγωγή, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή κατά διοικητικών πράξεων και παράσταση πολιτικής αγωγής. Κάθε ένωση καταναλωτών δικαιούται να παρεμβαίνει προσθέτως σε εκκρεμείς δίκες μελών της για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους ως καταναλωτών

14.Ένωση καταναλωτών που έχει τουλάχιστον πεντακόσια ενεργά μέλη και έχει εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από ένα τουλάχιστον έτος μπορεί να ασκεί κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή).

Ιδίως μπορεί να ζητήσει:

α) Την παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί, ιδίως όταν συνίσταται σε παράβαση:

 

     i.      των διατάξεων του παρόντος νόμου σχετικά με

-        τους γενικούς όρους των συναλλαγών (άρθρο 2),

-        τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος (άρθρο 3),

-        την εμπορία από απόσταση αγαθών και υπηρεσιών (άρθρο 4),

-        την εμπορία από απόσταση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (άρθρο 5)

-        την πώληση καταναλωτικών αγαθών και εγγυήσεις (άρθρο 6),

-        την ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα (άρθρο 7),

-        την υγεία και ασφάλεια των καταναλωτών (άρθρο 8),

-        την ψυχική υγεία των ανηλίκων (άρθρο 9)

-        την ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες (άρθρο 10)

-        τις συμβάσεις με μονάδες αδυνατίσματος και επιχειρήσεις γυμναστηρίων (άρθρο 11)

-        τη διαφήμιση (άρθρο 12) και

-        τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (άρθρα 13 έως19 ).

 

    ii.      καθώς και των διατάξεων σχετικά με

-        την καταναλωτική πίστη (ΚΥΑ Φ1-983/91, ΦΕΚ Β' 172, όπως ισχύει),

-        τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (Π.Δ. 339/96, όπως ισχύει, ΦΕΚ 225, Α΄),

-        τη διαφήμιση των φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπους (ΚΥΑ Υ6α/776/23.6.1993, ΦΕΚ 536/Β’/20.7.1993),

-        τη χρονομεριστική μίσθωση (Π.Δ. 182/99, όπως ισχύει, ΦΕΚ 171 Α΄),

-        την ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα και έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων (κεφάλαιο Α', άρθρα 1-4 του ν. 3043/2002, ΦΕΚ 192 Α΄), και

-        το ηλεκτρονικό εμπόριο (Π.Δ. 131/2003, ΦΕΚ Α΄ 116).

-        την άσκηση ραδιοτηλεοπτικών δραστηριοτήτων (Ν. 2328/1995, Π.Δ. 100/2000).

 

Όταν η ως άνω παράνομη συμπεριφορά εκδηλώνεται μετά από σύσταση ή υπόδειξη ενώσεων των προμηθευτών ή εφόσον οι ενώσεις των προμηθευτών προβαίνουν στην ως άνω συμπεριφορά, τότε μπορεί να ζητηθεί και από αυτές η παύση της. Μπορούν επίσης να ζητήσουν τη δέσμευση, την απόσυρση ή την καταστροφή ελαττωματικών προϊόντων επικίνδυνων για την ασφάλεια ή την υγεία του κοινού, καθώς και τη λήψη μέτρων, όπως είναι η κατάλληλη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της απόφασης, ή/και η δημοσίευση επανορθωτικής δήλωσης, ώστε να εκλείψουν τα συνεχιζόμενα αποτελέσματα της παράβασης».

β) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ιδίως την ένταση της προσβολής της έννομης τάξης που συνιστά η παράνομη συμπεριφορά, το μέγεθος της εναγόμενης επιχείρησης του προμηθευτή και ιδίως τον ετήσιο κύκλο εργασιών της, καθώς και τις ανάγκες της γενικής και της ειδικής πρόληψης.

γ) Τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση των απαιτήσεών τους για παράλειψη ή χρηματική ικανοποίηση μέχρι την έκδοση εκτελεστής απόφασης. Σε περίπτωση ελαττωματικών προϊόντων επικίνδυνων για την ασφάλεια ή την υγεία του κοινού, μπορεί να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η δέσμευση των προϊόντων.

15.     Συλλογική αγωγή κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μπορούν να ασκήσουν από κοινού περισσότερες ενώσεις καταναλωτών πρώτου βαθμού, ακόμη και αν καθεμιά από αυτές έχει μικρότερο αριθμό ενεργών μελών από το προβλεπόμενο κατώτατο όριο, αρκεί τα ενεργά μέλη όλων αθροιστικά των ενώσεων να υπερβαίνουν το όριο αυτό. Συλλογική αγωγή μπορούν επίσης να ασκήσουν και περισσότερες ενώσεις καταναλωτών πρώτου και δεύτερου βαθμού, από κοινού, ακόμα κι αν η ένωση πρώτου βαθμού έχει μικρότερο αριθμό ενεργών μελών από το προβλεπόμενο κατώτατο όριο της παρ.14 του παρόντος άρθρου. Η συλλογική αγωγή ασκείται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης καταναλωτών. Ενεργά μέλη λογίζονται όσα έχουν εκπληρώσει τις ταμειακές τους υποχρεώσεις. Ο αριθμός αποδεικνύεται με κοινή υπεύθυνη δήλωση των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης καταναλωτών. Η συλλογική αγωγή ασκείται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την τελευταία εκδήλωση της παράνομης συμπεριφοράς που αποτελεί τη βάση της.

16.     Αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση συλλογικής αγωγής έχει το πολυμελές πρωτοδικείο της κατοικίας ή έδρας του εναγομένου. Όταν αντικείμενο της συλλογικής αγωγής είναι ραδιοτηλεοπτική διαφήμιση, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της έδρας του ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού.

 17.    Συλλογικές αγωγές κατά τις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 14 αυτού του άρθρου δικάζονται στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης. Η απόφαση παράγει τα αποτελέσματα της έναντι πάντων, και αν δεν ήταν διάδικοι.

Ο Υπουργός Ανάπτυξης δύναται με απόφαση του να διατάξει την απάλειψη γενικού όρου συναλλαγών που κρίθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ως καταχρηστικός στο πλαίσιο άσκησης συλλογικής αγωγής. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 25 του παρόντος. 

18.     Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά την παράγραφο 14 περ. β αυτού του άρθρου παρέχεται μία μόνο φορά. Το επιδικασθέν ποσό λόγω ηθικής βλάβης διατίθεται για σκοπούς εκπαίδευσης, ενημέρωσης και εν γένει προστασίας του καταναλωτή, μετά από αφαίρεση δικαστικών δαπανών και εξόδων, ως εξής: ποσοστό 35% στην ενάγουσα ένωση καταναλωτών, ποσοστό 35% στις ενώσεις καταναλωτών δεύτερου βαθμού και ποσοστό 30% στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.

19.     Αν αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απορριφθεί τελεσίδικα ως προφανώς όλως αβάσιμο, ο εναγόμενος προμηθευτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή του αποζημίωση από την ενάγουσα ένωση καταναλωτών και προσωπικά από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα οποία ευθύνονται εις ολόκληρον.

20.     Τη συλλογική αγωγή της παραγράφου 14 περ.β του παρόντος μπορούν να ασκούν εναντίον των προμηθευτών και τα εμπορικά και βιομηχανικά, βιοτεχνικά και επαγγελματικά επιμελητήρια, καθώς και οι τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές ενώσεις. Οι διατάξεις των παραγράφων 11 έως και 14 εφαρμόζονται αναλόγως.

21.     Οι ενώσεις καταναλωτών δεν δικαιούνται αμοιβής από τα μέλη τους για ατομικά ή συλλογικά μέσα προστασίας που τους παρέχουν.

22.     Οι ενώσεις καταναλωτών ευθύνονται για την ακρίβεια των πληροφοριών που ανακοινώνουν προς ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού. Σε περίπτωση ανακοίνωσης στοιχείων που προκύπτουν από έρευνες που έχουν πραγματοποιήσει, οφείλουν να θέτουν στην διάθεση του κοινού και κάθε ενδιαφερόμενου, στοιχεία σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας. Τρόπος διεξαγωγής της έρευνας νοείται ιδίως, η μεθοδολογία της δειγματοληψίας, δηλαδή επιτόπιες, τηλεφωνικές ή ηλεκτρονικές συνεντεύξεις, καθώς και τιμοληψίες, ο τόπος και το χρονικό διάστημα διεξαγωγής της έρευνας, τα συγκεκριμένα καταστήματα ή αγαθά τα οποία αφορούν τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί, καθώς και το μέγεθος του δείγματος.

23.     Η εκ μέρους ένωσης καταναλωτών ανακοίνωση στο καταναλωτικό κοινό αναληθών πληροφοριών, καθώς και η παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου, αποτελεί λόγο, α) ανάκλησης της πιστοποίησης της κατά την έννοια της παραγράφου 10 του παρόντος, β) έκπτωσης του διοικητικού της συμβουλίου, γ) διακοπής της χρηματοδότησης της, δ) αποβολής της από το Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή (Ε.Σ.Α.Κ.) και από τα συλλογικά όργανα εκπροσώπησης κατά την έννοια του άρθρου 24 του παρόντος νόμου ή/και ε) διαγραφής της από το Μητρώο ενώσεων καταναλωτών. Την ανάκληση της πιστοποίησης, την έκπτωση του διοικητικού συμβουλίου και την αποβολή από το Ε.Σ.Α.Κ. και από τα συλλογικά όργανα εκπροσώπησης, μπορούν να ζητήσουν μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την τελευταία παράβαση ή ανακοίνωση ανακριβούς πληροφορίας, όποιος θίγεται από την παράβαση ή την ανακοίνωση ανακριβούς πληροφορίας, οποιοδήποτε μέλος της ένωσης, οποιαδήποτε ένωση καταναλωτών, ο εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως, ο Συνήγορος του Καταναλωτή και ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή. Το Ε.Σ.Α.Κ. αποφαίνεται για την αποβολή και την εκπροσώπηση στα συλλογικά όργανα, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και μόνο για το υπόλοιπο της θητείας και των λοιπών μελών. Η απόφαση του Ε.Σ.Α.Κ. επικυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης διακόπτεται η χρηματοδότηση ή/και διαγράφεται ένωση καταναλωτών από το Μητρώο Ενώσεων Καταναλωτών που τηρείται στο Υπουργείο Ανάπτυξης. Μόνη η διαγραφή ένωσης καταναλωτών συνεπάγεται αυτοδίκαια ανάκληση της πιστοποίησης της. Το δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν κάνει δεκτή την αίτηση για έκπτωση του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης καταναλωτών, διορίζει με την ίδια απόφαση προσωρινό διοικητικό συμβούλιο. Τα μέλη που εκπίπτουν δεν είναι επανεκλέξιμα για μια τριετία από την έκπτωσή τους. Το Διοικητικό Συμβούλιο δεν εκπίπτει, εάν οι αναληθείς πληροφορίες ή ο τρόπος μετάδοσης τους είναι μικρής σημασίας ή αν η αναλήθεια δεν οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια των μελών του.

24.     Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διάλυση ένωσης καταναλωτών αν αυτή άσκησε κατ' επανάληψη αγωγές χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη που απορρίφθηκαν τελεσίδικα ως προφανώς όλως αβάσιμες, εφόσον οι αγωγές αυτές ασκήθηκαν με δόλο ή από βαριά αμέλεια. Στην περίπτωση αυτήν, τη διάλυση ζητούν, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από την τελεσιδικία της τελευταίας απορριπτικής απόφασης, ο προμηθευτής που υπήρξε εναγόμενος σε δίκη στην οποία εκδόθηκε τέτοια απορριπτική απόφαση ή ο εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως.

 

Άρθρο 21 - Φιλικός διακανονισμός καταναλωτικών διαφορών

1. Σε κάθε νομαρχία συνιστάται από τον αρμόδιο νομάρχη, μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, επιτροπή φιλικού διακανονισμού για την εξώδικη επίλυση των διαφορών ανάμεσα σε προμηθευτές και σε καταναλωτές ή ενώσεις καταναλωτών.

2. Οι Επιτροπές Φιλικού Διακανονισμού για την εξώδικη επίλυση των διαφορών ανάμεσα σε προμηθευτές και καταναλωτές ή ενώσεις καταναλωτών, υπάγονται στην Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Καταναλωτή».

3. Ο πρόεδρος και τα μέλη των επιτροπών αυτών καθώς και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με απόφαση του Συνηγόρου του Καταναλωτή.

4.Οι επιτροπές είναι τριμελείς και αποτελούνται από:

α) Ένα δικηγόρο, μέλος του οικείου δικηγορικού συλλόγου, που υποδεικνύεται, με τον αναπληρωτή του, από το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου, ως πρόεδρο.

β) Έναν εκπρόσωπο του τοπικού εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου, που υποδεικνύεται, με τον αναπληρωτή του, από το διοικητικό συμβούλιο του επιμελητηρίου. Στους νομούς, όπου υπάρχουν βιοτεχνικά και επαγγελματικά επιμελητήρια, το διοικητικό τους συμβούλιο ορίζει επίσης έναν εκπρόσωπο με τον αναπληρωτή του. Στη σύνθεση της επιτροπής μετέχει ο εκπρόσωπος του επιμελητηρίου που είναι υλικά αρμόδιο για τον προμηθευτή. Όπου είναι εφικτό, κάθε επιμελητήριο ορίζει ανά έναν εκπρόσωπο κάθε κλάδου της αγοράς με τον αναπληρωτή του, ώστε αυτός να μετέχει στη συγκρότηση της επιτροπής όταν κρίνεται διαφορά που ανάγεται στη δραστηριότητα μέλους του στον αντίστοιχο κλάδο της αγοράς και

γ) Έναν εκπρόσωπο των τοπικών ενώσεων καταναλωτών, που υποδεικνύεται, με τον αναπληρωτή του, από τα διοικητικά συμβούλια των ενώσεων. Όπου τέτοιες ενώσεις δεν υπάρχουν, στην επιτροπή συμμετέχει ως τρίτο μέλος εκπρόσωπος δευτεροβάθμιας ένωσης καταναλωτών, άλλως εκπρόσωπος του τοπικού εργατικού κέντρου, που ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από τη διοίκηση του κέντρου. Ο γραμματέας της επιτροπής ορίζεται, με τον αναπληρωτή του, από το νομάρχη, μεταξύ των υπαλλήλων της υπηρεσίας εμπορίου της νομαρχίας.

5. Η γραμματειακή υποστήριξη των επιτροπών αυτών παρέχεται από υπαλλήλους των οικείων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων. Ο γραμματέας της επιτροπής και ο αναπληρωτής του υποδεικνύονται στον Συνήγορο του Καταναλωτή από τον οικείο νομάρχη.

6.       Όπου ο αριθμός υποθέσεων ή οι ειδικές συνθήκες του νόμου το απαιτούν, μπορούν να συνιστώνται περισσότερες επιτροπές.

7. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης καθορίζεται η αμοιβή του προέδρου, των μελών και των γραμματέων των επιτροπών φιλικού διακανονισμού. Η σχετική δαπάνη εγγράφεται και βαρύνει τον προϋπολογισμό της Ανεξάρτητης Αρχής «Συνήγορος του Καταναλωτή».

8. Η θητεία των μελών των επιτροπών φιλικού διακανονισμού ορίζεται διετής και μπορεί να ανανεώνεται απεριόριστα.

9.       Αρμόδια είναι η επιτροπή του νομού όπου εκτελέστηκε -ή συμφωνήθηκε να εκτελεστεί η παροχή του προμηθευτή στον καταναλωτή.

10.     Οι υποθέσεις εισάγονται στην επιτροπή ύστερα από αίτηση του καταναλωτή ή της τοπικής ένωσης  καταναλωτών καθώς και ύστερα από παραπομπή υποθέσεων από τον Συνήγορο του Καταναλωτή. Οι υποθέσεις συζητούνται κατά τη σειρά που ορίζει ο πρόεδρος μέσα σε δεκαπέντε (15) το πολύ ημέρες από την υποβολή της αίτησης και ύστερα από πρόσκληση των ενδιαφερομένων πριν από πέντε (5) ημέρες τουλάχιστον. Όταν οι ειδικές συνθήκες το απαιτούν, οι προθεσμίες αυτές μπορούν, με απόφαση του προέδρου της επιτροπής, να παρατείνονται για πέντε (5) το πολύ ημέρες. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να εξουσιοδοτήσουν τρίτο να τους εκπροσωπήσει στη διαδικασία.

11.     Η επιτροπή κρίνει κατά το ισχύον δίκαιο. Συμπληρωματικά λαμβάνονται υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Η επιτροπή μπορεί να ζητήσει πληροφορίες από δημόσιες υπηρεσίες, δημόσιους οργανισμούς, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, επιμελητήρια και επαγγελματικούς συλλόγους.

12. Για την λειτουργία επιτροπών φιλικού διακανονισμού εφαρμογή έχουν και οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3297/2004.

13. Η Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία, εφόσον παρίστανται όλα τα μέλη της. Η επιτροπή κρίνει κατά πλειοψηφία και τα πορίσματα της κοινοποιούνται με έγγραφο στον Συνήγορο του Καταναλωτή και τους ενδιαφερομένους μέσα σε δεκαπέντε το πολύ ημέρες από τη συζήτηση. Ο Συνήγορος του Καταναλωτή μπορεί αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν σχετικής αναφοράς ενός τουλάχιστον των ενδιαφερόμενων μερών, να επανεξετάσει την υπόθεση και να εκδώσει νέο πόρισμα, το οποίο κοινοποιείται στα ενδιαφερόμενα μέρη και στην επιτροπή που εξέδωσε το πρώτο πόρισμα. Τα ως άνω πορίσματα δεν είναι εκτελεστά, δεν παράγουν δεδικασμένο και δεν αναστέλλουν ούτε επηρεάζουν την πορεία οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας, μπορούν όμως να λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

14.Τα πορίσματα των επιτροπών φιλικού διακανονισμού αρχειοθετούνται στις οικείες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να λάβει γνώση και να ζητήσει αντίγραφο.

15. Με απόφαση του Συνηγόρου του Καταναλωτή ρυθμίζονται, όπου υπάρχει ανάγκη, οι αναγκαίες λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.

16. Τα λοιπά θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των επιτροπών φιλικού διακανονισμού καθορίζονται από τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας του Συνηγόρου του Καταναλωτή που προβλέπεται στο άρθρο 8 του ν. 3297/2004.

 

Άρθρο 22 - Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή

1.       Συστήνεται Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή ως συμβουλευτικό και γνωμοδοτικό όργανο του Υπουργού Ανάπτυξης. Το Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή εκφράζει τις θέσεις της αγοράς και του καταναλωτή για θέματα ανταγωνισμού και προστασίας του καταναλωτή, υποβάλλει προτάσεις για την προώθηση των συμφερόντων τους και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους και εκδίδει γνωμοδοτήσεις σε θέματα αγοράς και καταναλωτή και ιδίως για όλα τα νομοσχέδια και τις διατάξεις που αφορούν τους καταναλωτές.

2.       Το Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή αποτελείται από:

1) δώδεκα εκπροσώπους των ενώσεων καταναλωτών,

2) τον Γενικό Γραμματέα Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης

3) τον Γενικό Γραμματέα Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης

4) τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

5) τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης

6) τον Συνήγορο του Καταναλωτή

7) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Ειδική Γραμματεία ΔΕΚΟ του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών

8) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού

9) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από τον ΕΦΕΤ

10) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από τον ΕΛΟΤ

11) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος

12) έναν εκπρόσωπο  που προτείνεται από την ΕΕΤ

13) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από τον ΣΕΛΠΕ

14) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την ΓΣΕΒΕ

15) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Ένωση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων

16) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από τους Διαμεσολαβούντες στην Ιδιωτική Ασφάλιση

17) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Ένωση Ξενοδόχων Ελλάδος

18) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας

19) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την ΕΕΤΤ

20) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Ένωση Πωλητών Άμεσου Μάρκετιγκ.

21) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Επιχειρήσεων Τουρισμού

22) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ)

23) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Ανώτατη Διοικητική Επιτροπή Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ),

24) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑΣΕΓΕΣ)

25) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Κεντρική Ένωση των Επιμελητηρίων

26) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών,

27) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ),

28) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας,

29) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από την Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων  Ελλάδος (ΕΝΑΕ)

30) έναν εκπρόσωπο που προτείνεται από τον ΣΕΣΜΕ

31) τους προϊσταμένους των διευθύνσεων της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης

32.) Δύο πρόσωπα με ειδικευμένες γνώσεις σε θέματα προστασίας καταναλωτή

3.       Τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Αγοράς και Καταναλωτή διορίζονται με τους αναπληρωτές τους ύστερα από πρόταση αντιπροσωπευτικών καταναλωτικών ενώσεων και λοιπών φορέων με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η θητεία των μελών είναι τριετής. Η θητεία των τακτικών και αναπληρωματικών μελών περατούται λόγω θανάτου, παραίτησης, διακοπής της συμμετοχής τους στο φορέα που εκπροσωπούν ή αποβολής της κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ.23. Η συμμετοχή στο Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή εκπροσώπου, δεύτερου ή μεγαλύτερου βαθμού ένωσης καταναλωτών, αποκλείει την συμμετοχή στο Ε.Σ.Α.Κ. εκπροσώπων ενώσεων – μελών τους.

 

4. Οι αναφερόμενοι φορείς και ενώσεις καταναλωτών οφείλουν εντός μηνός αφότου λάβουν το σχετικό έγγραφο του Υπουργού Ανάπτυξης, να ορίσουν τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη τους. Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας αυτής ή διαφωνίας τους, που δεν επιτρέπει την διαπίστωση της επικρατούσας βούλησής τους, ο διορισμός των μελών από τους αντίστοιχους φορείς γίνεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης.

5. Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Αγοράς και Καταναλωτή είναι ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης, συνεπικουρούμενος από έναν εκπρόσωπο των καταναλωτών και έναν εκπρόσωπο των φορέων της αγοράς οι οποίοι εκλέγονται από τα μέλη τους.  Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ορίζεται ο υπάλληλος του Υπουργείου Ανάπτυξης που θα εκτελεί χρέη γραμματέα και η αμοιβή αυτού.

6.       Το Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή εκδίδει τον κανονισμό λειτουργίας του που εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.

7.       Το Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή συνεδριάζει τουλάχιστον τέσσερις (4) φορές το χρόνο. Στις συνεδριάσεις συμμετέχει ο Υπουργός Ανάπτυξης. Εφόσον στις συνεδριάσεις του συζητούνται θέματα που αφορούν και τις αρμοδιότητες άλλων υπουργών, μπορούν να συμμετάσχουν και αυτοί ή οι εκπρόσωποί τους.

8.       Ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Αγοράς και Καταναλωτή ορίζει την ημερήσια διάταξη. Ο πρόεδρος καλεί τα μέλη εγγράφως και τους ανακοινώνει την ημερήσια διάταξη. Ο πρόεδρος μπορεί, σε συνεννόηση με τον Υπουργό Ανάπτυξης, να καλεί στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου και εκπροσώπους άλλων παραγωγικών τάξεων, ιδιώτες ή άλλα πρόσωπα, για να εκφράσουν γνώμη χωρίς ψήφο.

9.       Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί έγκυρα όταν κατά τη συζήτηση παρίσταται η πλειοψηφία των μελών του. Οι γνωμοδοτήσεις πρέπει να συγκεντρώνουν την πλειοψηφία των παρόντων. Σε κάθε περίπτωση καταχωρίζονται και οι απόψεις της μειοψηφίας.

10.     Το Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή μπορεί να συνιστά επιτροπές μελών ή ομάδες εργασίας που θα υποβοηθούν το έργο του.

11.     Η κάλυψη των δαπανών του Εθνικού Συμβουλίου Αγοράς και Καταναλωτή καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.

12.     Τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Αγοράς και Καταναλωτή και των επιτροπών της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου δεν αμείβονται για τη συμμετοχή τους στο Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς και Καταναλωτή και στις πιο πάνω επιτροπές. Τα μέλη που διαμένουν εκτός Αθηνών λαμβάνουν έξοδα κινήσεως.

 

Άρθρο 23 Ινστιτούτο Μελετών Αγοράς και Καταναλωτή (Ι.Μ.Α.Κ.)

1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Ινστιτούτο Μελετών Αγοράς και Καταναλωτή (Ι.Μ.Α.Κ.) με έδρα το νομό Αττικής. Το I.Μ.Α.Κ. διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο που διορίζεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης με τριετή θητεία και υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης.

2.Σκοποί του Ι.Μ.Α.Κ. είναι η έρευνα και η εκπόνηση μελετών για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της πολιτικής για τους καταναλωτές της χώρας και η υποστήριξη του έργου του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό ειδικότεροι σκοποί του I.Μ.Α.Κ είναι ιδίως οι εξής:

α. Η διενέργεια ερευνών με αντικείμενο τη διάρθρωση και τη δυναμική των καταναλωτικών τάσεων. 
β. Η εκπόνηση μελετών για θέματα πολιτικής καταναλωτή. 
γ. Η μελέτη και οι προτάσεις σχετικά με δράσεις για  την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και ο σχεδιασμός και η υλοποίηση επικοινωνιακής πολιτικής σε θέματα βιώσιμης κατανάλωσης. 
δ. Η ερευνητική συνεργασία του Ι.Μ.Α.Κ. με Ενώσεις Καταναλωτών, Ανώτατα και Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, φορείς της Αγοράς, Επιχειρήσεις, συλλογικά όργανα εργαζομένων, Ινστιτούτα, Ιδρύματα ή Οργανισμούς του ίδιου ή συγγενούς αντικειμένου στην Ελλάδα, την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τρίτες χώρες και η συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα. 
ε. Στο πλαίσιο της πολιτικής καταναλωτή η υποστήριξη αντίστοιχων επιχειρησιακών προγραμμάτων καθώς και η υλοποίηση μέτρων και δράσεων που εντάσσονται στα ανωτέρω προγράμματα, είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία με δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς. 
στ. Η έκδοση περιοδικών, βιβλίων και επιστημονικών μελετών. 
ζ. Η οργάνωση δημοσίων συζητήσεων, διαλέξεων, συνεδρίων και σεμιναρίων. 
η. Η υποστήριξη και η συνεχής λειτουργία βάσης δεδομένων για θέματα πολιτικής καταναλωτή. 
θ. Η συμμετοχή σε διαγωνισμούς και η ανάθεση έργων από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, σχετικούς με τον σκοπό του Ινστιτούτου.
3. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες για την οργάνωση, στελέχωση, λειτουργία και τις αμοιβές του προσωπικού του Ινστιτούτου, καθώς και κάθε σχετικό θέμα με αυτό, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων.

 

Άρθρο 24 – Εκπροσώπηση καταναλωτών

1 Η συμμετοχή των εκπροσώπων των ενώσεων καταναλωτών σε συλλογικά όργανα φορέων του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο γίνεται με εκλογές στις οποίες μετέχουν μόνο εκπρόσωποι καταναλωτών – μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Αγοράς και Καταναλωτή (Ε.Σ.Α.Κ). Για το σκοπό αυτό οι ανωτέρω φορείς διαβιβάζουν τα σχετικά αιτήματα στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, η οποία υποχρεούται να τα κοινοποιεί σε όλες τις πιστοποιημένες ενώσεις καταναλωτών. Οι υποψήφιοι οφείλουν να αποστέλλουν τα βιογραφικά σημειώματα, καθώς και τη σχετική δήλωση στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή έως την παραμονή των εκλογών.

2. Η ψηφοφορία είναι μυστική και διενεργείται στο περιθώριο των εργασιών του ΕΣΑΚ. Υποψήφιοι μπορούν να είναι μόνο ενεργά μέλη που προτείνονται από τις πιστοποιημένες ενώσεις καταναλωτών. Τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας κοινοποιούνται στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, η οποία και γνωστοποιεί τους αιρετούς εκπροσώπους στον αρμόδιο φορέα. Την ευθύνη τήρησης της εκλογικής διαδικασίας έχει το προεδρείο του ΕΣΑΚ. Ενστάσεις κατά της διαδικασίας της ψηφοφορίας υποβάλλονται μέσα σε τρεις ημέρες από τη διαδικασία στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και εξετάζονται από 3μελή επιτροπή στην οποία συμμετέχουν ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Πολιτικής Καταναλωτή, ως Πρόεδρος και δύο μέλη του ΕΣΑΚ που επιλέγονται με κλήρωση.

 

Άρθρο 25 - Κυρώσεις

1. Για κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου από προμηθευτές επιβάλλεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης πρόστιμο από 1.500 Ευρώ μέχρι 1.000.000 Ευρώ για κάθε παράβαση. Σε περίπτωση υποτροπής, το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται. Σε περίπτωση επανειλημμένης υποτροπής, ο Υπουργός Ανάπτυξης, μπορεί να διατάξει τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος της για χρονικό διάστημα μέχρις ενός έτους.

2.Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης αναπροσαρμόζεται το κατώτατο και ανώτατο όριο του χρηματικού προστίμου των παρ. 1 και 3 του παρόντος άρθρου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ποινικού ή Αγορανομικού Κώδικα ή άλλων ειδικών διατάξεων επιβάλλονται  οι διοικητικές κυρώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος σε περίπτωση παράβασης Αγορανομικών Διατάξεων ή άλλων Υπουργικών Αποφάσεων, εφόσον σε αυτές γίνεται ρητή μνεία για την επιβολή των κυρώσεων αυτών.

3.Οι προμηθευτές, κατά την έννοια του παρόντος  νόμου, υποχρεούνται να απαντούν, μέσα στην οριζόμενη προθεσμία, στις καταγγελίες των καταναλωτών που τους διαβιβάζονται από την Γενική Γραμματεία Καταναλωτή. Η ανωτέρω προθεσμία άρχεται από την ημερομηνία κοινοποίησης της κλήσης, η οποία γίνεται με κάθε πρόσφορο τρόπο συμπεριλαμβανομένης και της δια ταχυδρομείου επίδοσης. Στην περίπτωση που δεν τηρείται η κατά τα ανωτέρω οριζόμενη προθεσμία από τους προμηθευτές μπορεί να επιβάλλονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης οι παρακάτω κυρώσεις α) σύσταση με την προειδοποίηση επιβολής χρηματικού προστίμου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης και β) χρηματικό πρόστιμο από πεντακόσια (500) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ που εισπάττεται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά ποσοστό 50% αποτελεί πόρο του προϋπολογισμού (ΚΑ Εσόδου 3736) της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

4. Σε περίπτωση παράβασης των κανόνων που αποβλέπουν στην προστασία του καταναλωτή, ο Υπουργός Ανάπτυξης, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα της παράβασης, μπορεί, για λόγους προστασίας του καταναλωτικού κοινού, να δημοσιοποιεί, χωρίς οικονομική δαπάνη, μέσω του τύπου ή με άλλο πρόσφορο τρόπο, τις κατά την παρ.1 αυτού του άρθρου, επιβαλλόμενες κυρώσεις καθώς και τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες Αρχές ή από τους προμηθευτές ως προς τη διάθεση προϊόντων στην Ελληνική αγορά.

 

Άρθρο 26 Μεταβατικές διατάξεις

 

1.       Καταργείται ο Ν. 2251/1994 «Για την προστασία των καταναλωτών», όπως ισχύει καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν. Όπου σε άλλες διατάξεις αναφέρεται ο Ν. 2251/1994 «Για την προστασία των καταναλωτών», εννοούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος.

2.       Δεν θίγονται οι διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό

3.Στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή δύνανται να συνιστώνται κλιμάκια ελέγχου επιχειρήσεων, από υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης και των τυχόν συναρμόδιων Υπουργείων. Έργο των κλιμακίων ελέγχου είναι η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στις επιχειρήσεις για παράβαση των κανόνων που αποβλέπουν στην προστασία του καταναλωτή, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η προστασία της υγείας, της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την οργάνωση και την λειτουργία των ανωτέρω κλιμακίων ελέγχου καθώς και η αμοιβή των μελών που συμμετέχουν σ’ αυτά.

4. Στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή δύνανται να συνιστώνται επιτροπές εμπειρογνωμόνων, οι οποίες θα επικουρούν το έργο της. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης συγκροτούνται οι ανωτέρω επιτροπές και καθορίζονται οι αρμοδιότητές τους, ο αριθμός και οι ιδιότητες των μελών, η λειτουργία των επιτροπών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. Οι αμοιβές των μελών των επιτροπών εμπειρογνωμόνων καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης

 

5.       Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Οικονομίας & Οικονομικών, Δικαιοσύνης και του τυχόν κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα της προσαρμογής και συμμόρφωσης προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευ­ρωπαϊκής Ένωσης για θέματα κατανάλωσης και προστασίας του καταναλωτή. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων.

6. Η επιλογή από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαίου τρίτης χώρας δεν είναι δυνατό να θίξει τα δικαιώματα του καταναλωτή που του εξασφαλίζουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου, εφόσον η κρινόμενη περίπτωση συνδέεται στενά με την ελληνική έννομη τάξη.           

7. Αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία από την ειδική ρύθμιση του νόμου αυτού, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις. Εξαιρούνται οι διατάξεις που αφορούν παραγραφές και αποκλειστικές προθεσμίες.

8.       Άτυποι κανόνες συμπεριφοράς επαγγελματικών οργανώσεων, καθώς και άτυπα όργανα εφαρμογής των κανόνων αυτών ή επίλυσης καταναλωτικών διαφορών ειδικού χαρακτήρα δεν θίγονται από αυτόν το νόμο, έστω και αν ανάγονται σε θέματα που αυτός ρυθμίζει, στο μέτρο που δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του.

9. Υφιστάμενες ενώσεις καταναλωτών που είχαν δικαίωμα άσκησης συλλογικής αγωγής κατά το άρθρο 10 παρ. 9 του ν. 2251/1994, το διατηρούν για ένα έτος από την δημοσίευση του παρόντος.

10. Όλες οι υφιστάμενες ενώσεις καταναλωτών υποχρεούνται να πιστοποιηθούν από την επιτροπή του άρθρου 20 παρ. 10 μέσα σε έξι μήνες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου.

11. Οι νομαρχίες μέσα σε έξι μήνες από την δημοσίευση του παρόντος υποχρεούνται να διαβιβάσουν στο Υπουργείο Ανάπτυξης τα μητρώα που τηρούσαν βάσει του άρθρου 10 παρ. 6 του ν.2251/1994.

 

Άρθρο 27

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.